Έφοδος
Πάλι βασίλεψε ο ήλιος πίσω απ’ το ψωμί!
Μαύρο βουνό που του κακού τ’ άνθη φυτρώνουν,
μυριάδες μάτια μ’ άγριες λάμψεις το κυκλώνουν
απόψε. Πάλι το φρουρούν γης κι ουρανοί.
Κει μέσα βλέπουν τ’ άστρα απόψε οι νηστικοί.
Κ’ ενώ τα στίφη τους τη γης ως τ’ άκρα ισκιώνουν,
φωσφορισμοί νεκρών του χάους τα πλάγια ζώνουν,
στροβιλισμένοι απ’ των δοντιών τη μουσική.
Αμήν, αμήν σας λέγω! Τούτη τη νυχτιά,
φρουρούς θα στείλει στα μνημεία των πεθαμένων
ο Θεός! Το δόντι μας τις πλάκες τους τρυπά.
Τις ζώνες σπάζουν οι στρατιές των πεινασμένων!
ψαλμούς στο Θεό ψέλνουν με λέξεις του Καμπρόν,
και κλειούν οι αγγέλοι τις σχισμές των ουρανών!
Νικηφόρος Βρεττάκος
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009
Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009
Η φτώχεια, τεκμήριο πασοκικού πατριωτισμού
«...Πάρτε μαζί σας νερό! Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία» (Μιχ. Κατσαρός).
Έτσι ποιητικά και μόνον ταξικά μπορεί να σχολιαστεί ο άθλιος αντιλαϊκός προϋπολογισμός που ήρθε να δέσει με την ακόμη αθλιότερη, ολοφάνερα οιηματική και μουσολινικού χαρακτήρα «σωτηριολογική» παρουσίασή του από το γκουβέρνο.
Τι δεν επιστρατεύτηκε ωρέ σύντροφοι χρονιάρες μέρες. Πατρίδα, έθνος, οικογένεια, ηθικές αξίες, κι άλλα τέτοια αστικά βαρύγδουπα, ο κλασικός φερετζές του εκφασισμένου καπιταλισμού. Να πεθάνουμε απ' τη φτώχεια, να χαπακωνόμαστε από την κατάθλιψη της ανασφάλειας, να τρωγόμαστε μεταξύ μας στην αδρανή αποκτήνωση της επιβίωσης, να παρέχουμε συναίνεση στους εκλεγμένους κλέφτες και ψεύτες του λαϊκισμού, να ξεπουλάμε αρχές, ιδανικά, αλληλεγγύη, την τιμή την αναγνωρισμένη όσων έπεσαν για τα... θρυλικά κεκτημένα... Κι όλ' αυτά για τις «αξίες» τους. Εννοούν τις χρηματιστηριακές. Αλλά δεν το λένε. Τι να ομολογήσουν δηλαδή. Πως ο κόπος κι ο πλούτος που καταβάλλουν και παράγουν δέκα εκατομμύρια Ελληνες κι ενάμιση εκατομμύριο μετανάστες έχει εξαφανιστεί δεκαετίες τώρα συσσωρευόμενος σε ελάχιστες κεφαλαιοκρατικές τσέπες. Το δημόσιο χρέος της χώρας μας δεν είναι ούτε το μισό από το σύνολο των χρεών, των φεσιών της μιας χρηματοπιστωτικής εταιρείας που πτώχευσε αλλά ζει και βασιλεύει έχοντας καταπιεί εκατομμύρια συντάξεις όπου γης.
Είναι σα να βγαίνει ο Ηρώδης και να μιλάει για τις ηθικές αξίες της σφαγής των νηπίων στους σφαγείς και τους σφαγμένους. Κι όμως ήταν και προεκλογικώς και μετεκλογικώς πασοκικού ηλίου φαεινότερον ότι αυτός ο... «πατριωτισμός» που τα επικοινωνιακά επιτελεία πλασάρουν ως εμπορεύσιμο κίνητρο εθελοντικής φτώχειας, συνίσταται στο εξής απλό: Αν υποδουλωθούν στην εν κρίσει Νέα Τάξη Πραγμάτων, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα συντηρηθούν και θα αυγατίσουν τρεις, τέσσερις, πέντε Έλληνες κροίσοι! Ικανοί να κάνουν τους ομοίους της τάξης τους να τους σέβονται ως επαρκώς πλουτήσαντες από μια πεφωτισμένη βολική σοσιαλδημοκρατία που έντυσε το νεοφιλελευθερισμό και την ακροδεξιά της ωμότητα με το πλαστό προσωπείο που ο καθένας μπορεί να αναρτά στην ψευτοδημόσια διαβούλευση του facebook.
Όχι δεν είναι φονιάδες, εκτελεστές της διεθνούς της... διαφάνειας των προθέσεων των αφεντικών τους, είναι οι συντάκτες του προϋπολογισμού. Και τσιράκια τους οι εφαρμοστές. Κάτι Παναγόπουλοι και κάτι Βούροι που κατεβάζουν τη σημαία ακόμα και της κοινής λογικής προκειμένου να μην αντιληφθούν οι είλωτες ότι έχουν όλη τη δύναμη στα χέρια της δουλειάς τους.
Εδώ είναι ο κόμπος στο λαιμό του Βρυξελιώτη υποβολέα. Η πατρίδα, για όσους την επικαλούνται ωσάν η φτώχεια και η δουλεία να είναι τεκμήρια ηρωικού πατριωτισμού, είναι χωράφι. Χωράφι τους. Ιδιοκτησία με πλήρη ταξική κυριότητα, νομή και κατοχή. Χωρίς αυτή την αντίληψη και το ιδεολόγημα της εποχής δεν μπορείς να κάνεις τη στεριά θάλασσα και να λες βουλιάζουμε.
Αυτό το βουλιάζουμε, ως πρώτο πληθυντικό είναι όλη η παγίδα για τις χειραγωγημένες μάζες. Βουλιάζουμε. Το διατυμπανίζουμε εμείς οι αποπάνω σε σας τους αποκάτω, ώστε να χτίσετε με τα πτώματά σας εκείνο τον ύφαλο να πατώσουν τα κέρδη και να κρατήσουν το κεφάλι τους έξω από το νερό - βούρκο οι έχοντες και κατέχοντες. Μισός λαός για ακέραια πλούτη. Αυτός είναι ο πατριωτισμός τους.
Η καινούρια χρονιά λένε πως θα είναι δύσκολη. Εμείς πρέπει να πούμε και να τους το διαμηνύσουμε με έργα κι όχι λόγια. Θα τους την κάνουμε αφόρητη. Γιατί αυτό είναι τεκμήριο πατριωτισμού. Για τους εργαζόμενους πατριώτες αυτού του τόπου κι όχι το χωράφι των διαφεντευτών του.
Της Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ
«ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 25-12-2009
Έτσι ποιητικά και μόνον ταξικά μπορεί να σχολιαστεί ο άθλιος αντιλαϊκός προϋπολογισμός που ήρθε να δέσει με την ακόμη αθλιότερη, ολοφάνερα οιηματική και μουσολινικού χαρακτήρα «σωτηριολογική» παρουσίασή του από το γκουβέρνο.
Τι δεν επιστρατεύτηκε ωρέ σύντροφοι χρονιάρες μέρες. Πατρίδα, έθνος, οικογένεια, ηθικές αξίες, κι άλλα τέτοια αστικά βαρύγδουπα, ο κλασικός φερετζές του εκφασισμένου καπιταλισμού. Να πεθάνουμε απ' τη φτώχεια, να χαπακωνόμαστε από την κατάθλιψη της ανασφάλειας, να τρωγόμαστε μεταξύ μας στην αδρανή αποκτήνωση της επιβίωσης, να παρέχουμε συναίνεση στους εκλεγμένους κλέφτες και ψεύτες του λαϊκισμού, να ξεπουλάμε αρχές, ιδανικά, αλληλεγγύη, την τιμή την αναγνωρισμένη όσων έπεσαν για τα... θρυλικά κεκτημένα... Κι όλ' αυτά για τις «αξίες» τους. Εννοούν τις χρηματιστηριακές. Αλλά δεν το λένε. Τι να ομολογήσουν δηλαδή. Πως ο κόπος κι ο πλούτος που καταβάλλουν και παράγουν δέκα εκατομμύρια Ελληνες κι ενάμιση εκατομμύριο μετανάστες έχει εξαφανιστεί δεκαετίες τώρα συσσωρευόμενος σε ελάχιστες κεφαλαιοκρατικές τσέπες. Το δημόσιο χρέος της χώρας μας δεν είναι ούτε το μισό από το σύνολο των χρεών, των φεσιών της μιας χρηματοπιστωτικής εταιρείας που πτώχευσε αλλά ζει και βασιλεύει έχοντας καταπιεί εκατομμύρια συντάξεις όπου γης.
Είναι σα να βγαίνει ο Ηρώδης και να μιλάει για τις ηθικές αξίες της σφαγής των νηπίων στους σφαγείς και τους σφαγμένους. Κι όμως ήταν και προεκλογικώς και μετεκλογικώς πασοκικού ηλίου φαεινότερον ότι αυτός ο... «πατριωτισμός» που τα επικοινωνιακά επιτελεία πλασάρουν ως εμπορεύσιμο κίνητρο εθελοντικής φτώχειας, συνίσταται στο εξής απλό: Αν υποδουλωθούν στην εν κρίσει Νέα Τάξη Πραγμάτων, οι Έλληνες εργαζόμενοι θα συντηρηθούν και θα αυγατίσουν τρεις, τέσσερις, πέντε Έλληνες κροίσοι! Ικανοί να κάνουν τους ομοίους της τάξης τους να τους σέβονται ως επαρκώς πλουτήσαντες από μια πεφωτισμένη βολική σοσιαλδημοκρατία που έντυσε το νεοφιλελευθερισμό και την ακροδεξιά της ωμότητα με το πλαστό προσωπείο που ο καθένας μπορεί να αναρτά στην ψευτοδημόσια διαβούλευση του facebook.
Όχι δεν είναι φονιάδες, εκτελεστές της διεθνούς της... διαφάνειας των προθέσεων των αφεντικών τους, είναι οι συντάκτες του προϋπολογισμού. Και τσιράκια τους οι εφαρμοστές. Κάτι Παναγόπουλοι και κάτι Βούροι που κατεβάζουν τη σημαία ακόμα και της κοινής λογικής προκειμένου να μην αντιληφθούν οι είλωτες ότι έχουν όλη τη δύναμη στα χέρια της δουλειάς τους.
Εδώ είναι ο κόμπος στο λαιμό του Βρυξελιώτη υποβολέα. Η πατρίδα, για όσους την επικαλούνται ωσάν η φτώχεια και η δουλεία να είναι τεκμήρια ηρωικού πατριωτισμού, είναι χωράφι. Χωράφι τους. Ιδιοκτησία με πλήρη ταξική κυριότητα, νομή και κατοχή. Χωρίς αυτή την αντίληψη και το ιδεολόγημα της εποχής δεν μπορείς να κάνεις τη στεριά θάλασσα και να λες βουλιάζουμε.
Αυτό το βουλιάζουμε, ως πρώτο πληθυντικό είναι όλη η παγίδα για τις χειραγωγημένες μάζες. Βουλιάζουμε. Το διατυμπανίζουμε εμείς οι αποπάνω σε σας τους αποκάτω, ώστε να χτίσετε με τα πτώματά σας εκείνο τον ύφαλο να πατώσουν τα κέρδη και να κρατήσουν το κεφάλι τους έξω από το νερό - βούρκο οι έχοντες και κατέχοντες. Μισός λαός για ακέραια πλούτη. Αυτός είναι ο πατριωτισμός τους.
Η καινούρια χρονιά λένε πως θα είναι δύσκολη. Εμείς πρέπει να πούμε και να τους το διαμηνύσουμε με έργα κι όχι λόγια. Θα τους την κάνουμε αφόρητη. Γιατί αυτό είναι τεκμήριο πατριωτισμού. Για τους εργαζόμενους πατριώτες αυτού του τόπου κι όχι το χωράφι των διαφεντευτών του.
Της Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ
«ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 25-12-2009
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009
Ποίημα της εβδομάδας 155
Χριστουγεννιάτικη ιστορία
Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.
Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.
Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα• απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.
Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.
Μιχάλης Γκανάς
(από το Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης 1989)
Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.
Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.
Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα...
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα• απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.
Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.
Μιχάλης Γκανάς
(από το Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης 1989)
Οι οικολόγοι στα «καλλιστεία»
ΔΕΝ είναι που δεν θα προταθώ ποτέ για γυναίκα της χρονιάς. Ούτε που ο διαγωνισμός οργανώνεται από ανταγωνιστικό εκδοτικό συγκρότημα. Είναι που κατά καιρούς πιστέψαμε πως το μη χείρον βέλτιστον. Και περιμέναμε πως αυτοί που μιλάνε για το διαφορετικό, θα έχουν και μια διαφορετική στάση ζωής. Δεν θα δέχονταν ποτέ να συμμετάσχουν σε «καλλιστεία». Δεν θα έθεταν ποτέ τους εαυτούς τους στην κρίση διαγωνισμών τύπου γιουροβίζιον, τύπου reality showόπου κάποιοι προτείνονται να μείνουν ή να φύγουν και την απόφαση τη λαμβάνει το κοινό, τηλεφωνώντας, προσφέροντας τον οβολό του σε κάποια τηλεφωνική εταιρεία και τροφοδοτώντας ένα σύστημα life style, στα πλαίσια του οποίου θα στρωθούν κόκκινα χαλιά, θα ρθούνε σταρ από την Ελλάδα να πουλήσουν τη λάμψη τους, κυρίες θα επιδείξουν τα καινούργια τους σιλικονάτα στήθη έτοιμα να εκραγούν και να βγουν από τα ντεκολτέ των καινούργιων τους τουαλέτων, σκηνές τις οποίες θα δούμε στις κοσμικές σελίδες των περιοδικών τις επόμενες μέρες της εκδήλωσης.
Τι γυρεύουν οι οικολόγοι σ’ αυτό το πανηγύρι; Κι άντε την πάτησαν, από ευγένεια δεν μπόρεσαν να αρνηθούν της πρότασης που τους έγινε. Είναι δυνατόν όμως να παίρνουν το θέμα στα σοβαρά και να μας καλούν με επιστολή κοτζάμ Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών να τηλεφωνήσουμε στον τάδε αριθμό αν θέλουμε την Τίνα γυναίκα της χρονιάς, στον άλλο αν θέλουμε τη Μαίρη και στον παράλλο αν θέλουμε την Ιωάννα; Τάχα μου γιατί με την ψήφο μας στην τάδε υποψήφιο δίνουμε υπόσταση στον τάδε ιερό περιβαλλοντικό σκοπό ή στον δείνα με την ψήφο μας στην άλλη υποψήφια. Ακόμα και το χαρτί που σπαταλήθηκε για τον εν λόγω σκοπό αποτελεί αντι-οικολογική πράξη. Θα ανακυκλωθεί τουλάχιστον. Ενώ οι πράξεις μένουν.
Είναι δυνατόν καταξιωμένες γυναίκες, επιστήμονες, άνθρωποι με μια προσωπικότητα και μια προσφορά να επενδύουν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις που καμιά σχέση δεν μπορούν να έχουν με τους σκοπούς τους οποίους θέλουν να υπηρετούν; Δεν καταλαβαίνουν πως απλά αποτελούν το άλλοθι μιας κοσμικής εκδήλωσης, ενώ οι αξίες γυναικών και αντρών κρίνονται με άλλους τρόπους, μέσα από άλλες διεργασίες; Τηλεφωνήστε και ψηφίστε τη γυναίκα της.
Της Χρυστάλλας Χατζηδημητρίου
«Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» 19-12-2009
Τι γυρεύουν οι οικολόγοι σ’ αυτό το πανηγύρι; Κι άντε την πάτησαν, από ευγένεια δεν μπόρεσαν να αρνηθούν της πρότασης που τους έγινε. Είναι δυνατόν όμως να παίρνουν το θέμα στα σοβαρά και να μας καλούν με επιστολή κοτζάμ Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών να τηλεφωνήσουμε στον τάδε αριθμό αν θέλουμε την Τίνα γυναίκα της χρονιάς, στον άλλο αν θέλουμε τη Μαίρη και στον παράλλο αν θέλουμε την Ιωάννα; Τάχα μου γιατί με την ψήφο μας στην τάδε υποψήφιο δίνουμε υπόσταση στον τάδε ιερό περιβαλλοντικό σκοπό ή στον δείνα με την ψήφο μας στην άλλη υποψήφια. Ακόμα και το χαρτί που σπαταλήθηκε για τον εν λόγω σκοπό αποτελεί αντι-οικολογική πράξη. Θα ανακυκλωθεί τουλάχιστον. Ενώ οι πράξεις μένουν.
Είναι δυνατόν καταξιωμένες γυναίκες, επιστήμονες, άνθρωποι με μια προσωπικότητα και μια προσφορά να επενδύουν σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις που καμιά σχέση δεν μπορούν να έχουν με τους σκοπούς τους οποίους θέλουν να υπηρετούν; Δεν καταλαβαίνουν πως απλά αποτελούν το άλλοθι μιας κοσμικής εκδήλωσης, ενώ οι αξίες γυναικών και αντρών κρίνονται με άλλους τρόπους, μέσα από άλλες διεργασίες; Τηλεφωνήστε και ψηφίστε τη γυναίκα της.
Της Χρυστάλλας Χατζηδημητρίου
«Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» 19-12-2009
Οριζοντιωμένη ιδιοκτησία
Και πλάκωσαν κι οι πιστωτές, όπως είπε βαρύγδουπα ο πρωθυπουργός. Και πλάκωσαν και οι επιτηρητές απ' τις Βρυξέλλες. Και πλάκωσαν και οι κοινωνικοί εταίροι ΣΕΒ και σία και συνδικαλισταριό εξωνημένο στα κυβερνοκομματικά συμφέροντα. Και πλάκωσε και η Διεθνής της Διαφθοράς να κάνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σκηνοθέτη μιας κακοστημένης παράστασης μεταξύ αρχηγών που πρέπει να εκληφθούν ως ...θιασάρχες! Ελεος!!!
Πού ήρθαν όλα τούτα τα υπερόπλα από θαλάσσης, ξηράς και αέρος όπως είπε και το κόμμα; Μα στην πατρίδα. Εδώ δα. Που ζούμε, που δουλεύουμε, που γεννάμε, που πεθαίνουμε. Και είναι εδώ, μ' αυτό τον αγωνιστικής ιστορίας λαό που εφαρμόζει η άρχουσα τάξη τη νέα της τάξη αυτή καθαυτή. Η πατρίδα είναι χωράφι, ιδιοκτησία της αστικής μειοψηφικής τάξης της χώρας. Και τα λαϊκά δικαιώματα πρέπει να συρρικνωθούν, να εξαφανιστούν τάχιστα, να ισοπεδωθούν. Για να χτίσουν τ' αφεντικά ουρανοξύστες κερδών δε θα βασιστούν στη ...γνωστή μας οριζόντια ιδιοκτησία περί διαμερισμάτων. Χρειάζονται, με πρόσχημα την υπαρκτή βαθιά καπιταλιστική κρίση, τη μετατροπή των λαϊκών κατακτήσεων, την ακριβοπληρωμένη με ιδρώτα και αίμα, σε οριζοντιωμένη ιδιοκτησία τους. Ισα με το χώμα. Νεκρά: Το δικαίωμα στη δουλειά, στην υγεία, στην παιδεία, στην πρόνοια, στη σύνταξη, στην τέχνη, στον πολιτισμό.
Σκασμός όλοι. Μιλάνε οι πιστωτές. Οι δανειστές. Αυτοί που έπεισαν κι εκβίασαν στ' αλήθεια, κοινωνίες να μπουν σε μια εταιρεία γιγάντων οικονομικών κεφαλαίων και συμφερόντων που την είπαν εν τέλει ΕΕ, εκχωρώντας κυριαρχικά κι ατομικά και πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα για ν' αγοράσουν ...μετοχές χωρίς αντίκρισμα.
Η λαϊκή ιδιοκτησία υλική, δικαιική και πνευματική εκχωρήθηκε σχεδόν αμαχητί απ' τη μεταπολίτευση και μετά σ' ένα μόρφωμα πολυεθνικών, ένα γραφειοκρατικό λεβιάθαν που καταπίνει ανθρώπους, υποδουλώνει έθνη, μετατρέπει κοινωνίες σε κουρελιασμένους κι άρρωστους ιστούς ομαδοποιημένων απελπισμένων. Οριζοντίωση. Θάνατος δηλαδή. Έτσι που να βγαίνει ο χιτλερίσκος της σπόντας Ξηρού να μιλάει για κρυστάλλινες νύχτες... έχοντας στόχο το άσυλο που πρέπει σύντομα να γίνει άσυλο ανιάτων πολιτών. Δούλοι όλοι. Αυτό είναι το σύνθημά τους. Υποταγή στους πιστωτές των πλουτοκρατών για το ...καλό της πατρίδας.
Σα δε ντρεπόμαστε ωρέ και μόνον που τους ακούμε. Να θέλουν την πατρίδα γαλέρα και το λαό στα κουπιά με το μαστίγιο στην πλάτη ώστε να μείνουν άθικτα στ' αμπάρια τα χρυσά και τα πολύτιμα, ο πλούτος που ο λαός παρήγαγε, ώσπου να πιάσει το κεφάλαιο προσοδοφόρο λιμάνι μετά τη φουρτούνα.
Ψεύτες. Υποκριτές. Τα μέτρα σωτηρίας της ...πατρίδας τους μας θέλουν για πάντα στη γαλέρα. Ανταρσία. Πόλεμος στον πόλεμο. Γνήσιος και πατριωτικός είναι ο αμυντικός. Αυτός που γίνεται και κοστίζει ζωές για να μπορούν οι επόμενες γενιές να ζουν, να δουλεύουν και να σκέφτονται λέφτερα. Στις 17 με τα κουπιά στο χέρι οπλισμένοι όχι θα πούμε στη μοντέρνα σκλαβιά. Γιατί η πατρίδα είμαστε εμείς.
ΥΓ: Όταν έγραφα αυτές τις γραμμές έμαθα τη βεβήλωση του τάφου του Τάσσου Παπαδόπουλου και τον ασβέστη που κάλυψε τα ίχνη των βανδάλων. Άφωνη και οργισμένη αλλά καθόλου έκπληκτη. Σημεία των καιρών. Απόδειξη πως η κόλαση είναι εδώ. Και η δικαιοσύνη εδώ θ' αποδοθεί.
Της Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ
«ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 13-12-2009
Πού ήρθαν όλα τούτα τα υπερόπλα από θαλάσσης, ξηράς και αέρος όπως είπε και το κόμμα; Μα στην πατρίδα. Εδώ δα. Που ζούμε, που δουλεύουμε, που γεννάμε, που πεθαίνουμε. Και είναι εδώ, μ' αυτό τον αγωνιστικής ιστορίας λαό που εφαρμόζει η άρχουσα τάξη τη νέα της τάξη αυτή καθαυτή. Η πατρίδα είναι χωράφι, ιδιοκτησία της αστικής μειοψηφικής τάξης της χώρας. Και τα λαϊκά δικαιώματα πρέπει να συρρικνωθούν, να εξαφανιστούν τάχιστα, να ισοπεδωθούν. Για να χτίσουν τ' αφεντικά ουρανοξύστες κερδών δε θα βασιστούν στη ...γνωστή μας οριζόντια ιδιοκτησία περί διαμερισμάτων. Χρειάζονται, με πρόσχημα την υπαρκτή βαθιά καπιταλιστική κρίση, τη μετατροπή των λαϊκών κατακτήσεων, την ακριβοπληρωμένη με ιδρώτα και αίμα, σε οριζοντιωμένη ιδιοκτησία τους. Ισα με το χώμα. Νεκρά: Το δικαίωμα στη δουλειά, στην υγεία, στην παιδεία, στην πρόνοια, στη σύνταξη, στην τέχνη, στον πολιτισμό.
Σκασμός όλοι. Μιλάνε οι πιστωτές. Οι δανειστές. Αυτοί που έπεισαν κι εκβίασαν στ' αλήθεια, κοινωνίες να μπουν σε μια εταιρεία γιγάντων οικονομικών κεφαλαίων και συμφερόντων που την είπαν εν τέλει ΕΕ, εκχωρώντας κυριαρχικά κι ατομικά και πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα για ν' αγοράσουν ...μετοχές χωρίς αντίκρισμα.
Η λαϊκή ιδιοκτησία υλική, δικαιική και πνευματική εκχωρήθηκε σχεδόν αμαχητί απ' τη μεταπολίτευση και μετά σ' ένα μόρφωμα πολυεθνικών, ένα γραφειοκρατικό λεβιάθαν που καταπίνει ανθρώπους, υποδουλώνει έθνη, μετατρέπει κοινωνίες σε κουρελιασμένους κι άρρωστους ιστούς ομαδοποιημένων απελπισμένων. Οριζοντίωση. Θάνατος δηλαδή. Έτσι που να βγαίνει ο χιτλερίσκος της σπόντας Ξηρού να μιλάει για κρυστάλλινες νύχτες... έχοντας στόχο το άσυλο που πρέπει σύντομα να γίνει άσυλο ανιάτων πολιτών. Δούλοι όλοι. Αυτό είναι το σύνθημά τους. Υποταγή στους πιστωτές των πλουτοκρατών για το ...καλό της πατρίδας.
Σα δε ντρεπόμαστε ωρέ και μόνον που τους ακούμε. Να θέλουν την πατρίδα γαλέρα και το λαό στα κουπιά με το μαστίγιο στην πλάτη ώστε να μείνουν άθικτα στ' αμπάρια τα χρυσά και τα πολύτιμα, ο πλούτος που ο λαός παρήγαγε, ώσπου να πιάσει το κεφάλαιο προσοδοφόρο λιμάνι μετά τη φουρτούνα.
Ψεύτες. Υποκριτές. Τα μέτρα σωτηρίας της ...πατρίδας τους μας θέλουν για πάντα στη γαλέρα. Ανταρσία. Πόλεμος στον πόλεμο. Γνήσιος και πατριωτικός είναι ο αμυντικός. Αυτός που γίνεται και κοστίζει ζωές για να μπορούν οι επόμενες γενιές να ζουν, να δουλεύουν και να σκέφτονται λέφτερα. Στις 17 με τα κουπιά στο χέρι οπλισμένοι όχι θα πούμε στη μοντέρνα σκλαβιά. Γιατί η πατρίδα είμαστε εμείς.
ΥΓ: Όταν έγραφα αυτές τις γραμμές έμαθα τη βεβήλωση του τάφου του Τάσσου Παπαδόπουλου και τον ασβέστη που κάλυψε τα ίχνη των βανδάλων. Άφωνη και οργισμένη αλλά καθόλου έκπληκτη. Σημεία των καιρών. Απόδειξη πως η κόλαση είναι εδώ. Και η δικαιοσύνη εδώ θ' αποδοθεί.
Της Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ
«ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 13-12-2009
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009
Ποίημα της εβδομάδας 154
Είδα
Είδα μια χώρα ξωτικιά στ' ανήσυχο όνειρό μου:
πόσ' όμορφη δε θα το πει ποτέ καμιά ψυχή.
Το νου μου πήρε κι άφησα το φτωχικό χωριό μου
κι έκανα τάμα μόνο εκεί ν' αράξω• μόνο εκεί.
Τρελό παιδί ξεκίνησα δεμένο με τα μάγια
του ονείρου μου, κι εγνώρισα τις χώρες του γιαλού,
είδα τις χώρες π' άστραφταν σε κάμπους και σε πλάγια,
μα η χώρα μου, όλο πήγαινα- κι ήτανε πάντ' αλλού.
Διαβάτες μ' ανταμώσανε καλοί και μου 'παν: Μείνε
είν' όμορφη κι η χώρα μας• καιρός ν' αράξεις πια.
είν' όμορφη κι η χώρα σας, διαβάτες, μα δεν είναι
εκείνη που ονειρεύτηκα και με τραβάει μακριά.
Έτσ' είναι. Σύρτε, κι άστε με να σιγοταξιδεύω
και να περνάω μονάχος μου και κάμπους και βουνά,
ίσως τη βρω• μ' αν δεν τη βρω τη χώρα που γυρεύω
μη μου ζητάτε, αδέρφια μου, ν' αράξω πουθενά...
Λάμπρος Πορφύρας
(από το Μια Χώρα πάντα Σιωπηλή, Ερμής 1999)
Είδα μια χώρα ξωτικιά στ' ανήσυχο όνειρό μου:
πόσ' όμορφη δε θα το πει ποτέ καμιά ψυχή.
Το νου μου πήρε κι άφησα το φτωχικό χωριό μου
κι έκανα τάμα μόνο εκεί ν' αράξω• μόνο εκεί.
Τρελό παιδί ξεκίνησα δεμένο με τα μάγια
του ονείρου μου, κι εγνώρισα τις χώρες του γιαλού,
είδα τις χώρες π' άστραφταν σε κάμπους και σε πλάγια,
μα η χώρα μου, όλο πήγαινα- κι ήτανε πάντ' αλλού.
Διαβάτες μ' ανταμώσανε καλοί και μου 'παν: Μείνε
είν' όμορφη κι η χώρα μας• καιρός ν' αράξεις πια.
είν' όμορφη κι η χώρα σας, διαβάτες, μα δεν είναι
εκείνη που ονειρεύτηκα και με τραβάει μακριά.
Έτσ' είναι. Σύρτε, κι άστε με να σιγοταξιδεύω
και να περνάω μονάχος μου και κάμπους και βουνά,
ίσως τη βρω• μ' αν δεν τη βρω τη χώρα που γυρεύω
μη μου ζητάτε, αδέρφια μου, ν' αράξω πουθενά...
Λάμπρος Πορφύρας
(από το Μια Χώρα πάντα Σιωπηλή, Ερμής 1999)
Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Ποίημα της εβδομάδας 153
Σελήνη
Από ένα θαύμα
Από ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου
Σελήνη αθρόα παρουσία
Ελένη η καμπύλη του κόσμου
M' εβένινη σημασία
H πύλη ανοίγει στον ξένο
Στ' αγέρι
T' αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Εκεί που δε βλέπει η καρδιά
Βελάζουν τ' αστέρια στην κρύπτη
Σαραντάρης Γιώργος
(από το Σαν Πνοή του Αέρα, Ερμής 1999)
Από ένα θαύμα
Από ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου
Σελήνη αθρόα παρουσία
Ελένη η καμπύλη του κόσμου
M' εβένινη σημασία
H πύλη ανοίγει στον ξένο
Στ' αγέρι
T' αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Εκεί που δε βλέπει η καρδιά
Βελάζουν τ' αστέρια στην κρύπτη
Σαραντάρης Γιώργος
(από το Σαν Πνοή του Αέρα, Ερμής 1999)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)