Ένα μικρό αφιέρωμα στον Διονύση Σαββόπουλο που "έφυγε" ...
Μικρό αφιέρωμα στον Μανόλη Λιδάκη, που έφυγε από κοντά μας ξαφνικά, αφήνοντάς πολλά όμορφα τραγούδια.
Ένα μικρό αφιέρωμα στον Μίμη Πλέσσα, που έφυγε από κοντά μας, αφήνοντας τεράστιο έργο.
Η Ελλάδα θρηνεί έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες της. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών, έπειτα από πολυετή μάχη με τον καρκίνο. Ήταν στο νοσοκομείο από τις αρχές Μαΐου.
Το έργο του έχει συνδεθεί με τον κινηματογράφο, μελοποίησε ποίηση, έγραψε μουσική κλασική και μουσική για μπαλέτο, συμμετείχε στον αγώνα κατά της δικτατορίας, ενώ έχει υπογράψει μερικά από τα σημαντικότερα άλμπουμ της σύγχρονης ελληνικής μουσικής.
Η οικογένεια του Γιάννη Μαρκόπουλου, εξέδωσε την εξής ανακοίνωση με την οποία επιβεβαίωσε τον θάνατό του:΅
«Με θλίψη ανακοινώνουμε ότι σήμερα το απόγευμα απεβίωσε, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο, ο μεγάλος εθνικός μας συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος. Η μουσική ψυχή της Ελλάδας σίγησε. Όμως, θα μένει ζωντανή στη μνήμη μας, μέσα από τα τραγούδια του, που τραγουδήθηκαν και θα τραγουδιούνται από γενιές και γενιές Ελλήνων και Ελληνίδων».
Η οικογένεια διευκρινίζει ότι οι λεπτομέρειες για την κηδεία του θα ανακοινωθούν σύντομα.
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1939 στο Ηράκλειο Κρήτης, ενώ πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα, στο ωδείο της οποίας παίρνει τα πρώτα του μουσικά μαθήματα στη θεωρία και στο βιολί. Οι πρώτες του επιδράσεις προέρχονται από την τοπική μουσική με τους γρήγορους χορούς και τα επαναλαμβανόμενα μικρά μοτίβα τους, από τη κλασική μουσική, καθώς και από τη μουσική της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου – και ιδιαίτερα της κοντινής Αιγύπτου.
Το 1956 συνεχίζει τις μουσικές σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, με τον συνθέτη Γεώργιο Σκλάβο και τον καθηγητή του βιολιού Joseph Bustidui. Την ίδια εποχή εισάγεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο για κοινωνικές και φιλοσοφικές σπουδές ενώ παράλληλα συνθέτει για το θέατρο, τον κινηματογράφο και το χορό. Το 1963 βραβεύεται για την μουσική του στις «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και τον ίδιο χρόνο ανεβαίνουν από νέα χορευτικά σύνολα τα μουσικά του έργα «Θησέας» (χορόδραμα), «Χιροσίμα» (σουίτα μπαλέτου) και τα «Τρία σκίτσα για χορό». Απ' τον Οκτώβριο του 1965 μέχρι τον Απρίλιο του 1984 έντυσε με μουσική όλα τα έργα τα οποία παρουσιάστηκαν απ' το Κουκλοθέατρο «Μπάρμπα Μυτούσης». Το Κουκλοθέατρο αυτό τερμάτισε οριστικά τη λειτουργία του στις 15 Απριλίου του 1984.
Με τη δικτατορία το 1967, ο Γιάννης Μαρκόπουλος αναχωρεί για το Λονδίνο, όπου εμπλουτίζει τις μουσικές του γνώσεις με την Αγγλίδα συνθέτρια Elisabeth Lutyens. Επίσης συνθέτει την κοσμική καντάτα «Ήλιος ο πρώτος», σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη (που τιμάται με το βραβείο Νόμπελ το 1979), και τη μουσική για τη« Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη (για το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν). Παράλληλα ολοκληρώνει τη μουσική τελετή «Ιδού ο Νυμφίος», έργο που κρατά ανέκδοτο, εκτός ενός τμήματος, του περίφημου Ζάβαρα-κάτρα-νέμια, που αποτελεί ένα τα πιο διάσημα κομμάτια του.
Την ίδια περίοδο γνωρίζεται με τους συνθέτες Ιάννη Ξενάκη και Γιάννη Χρήστου και έρχεται σε επαφή με τα πλέον πρωτοποριακά μουσικά έργα. Στο Λονδίνο συνθέτει ακόμα τους Χρησμούς, για συμφωνική ορχήστρα, και τους πρώτους Πυρρίχιους χορούς Α, Β, Γ, (από τους 24 που ολοκλήρωσε το 2001), οι οποίοι παίζονται, το 1968, από την ορχήστρα Concertante του Λονδίνου στο Queen Elizabeth Hall. Τότε γράφει και τη μουσική για την Τρικυμία του Σαίξπηρ, που ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, σε σκηνοθεσία David Jones.
Το 1969 επιστρέφει στην Αθήνα για να συμβάλει με τα έργα του στην πορεία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Δημιουργεί μια νέα κίνηση για την τέχνη και τη χρησιμότητά της και αναζητεί την βαθύτερη ενότητα του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 καταθέτει μουσικά έργα που χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους ως νέα πρόταση και τομή για τη μέχρι τότε ελληνική μουσική πραγματικότητα· έργα με ενότητα της αισθητικής και της φιλοσοφικής άποψης του συνθέτη ως προς τις θεμελιακές αρχές τους, με το καθένα όμως από αυτά να είναι διαφορετικό.
Ιδρύει ένα νέο και ιδιόμορφο ορχηστικό σχήμα, καθιερώνοντας, με τις συνθέσεις του, την ουσία της μουσικής συμβίωσης και τους συσχετισμούς έκφρασης μεταξύ συμφωνικών και τοπικών οργάνων, μέσω του μελωδικού και ρυθμικού του ορίζοντα, των αρμονικών του δομών και των ηχοχρωμάτων της διάφανης ενορχήστρωσής του. Παράλληλα, προτείνει εμφατικά την «Επιστροφή στις Ρίζες», εννοώντας τον «σχεδιασμό του μέλλοντος, με ενδοσκόπηση, μελέτη και πλησίασμα των άφθαρτων πηγών της ζωντανής τέχνης του κόσμου και επιλεγμένες σύγχρονες πληροφορίες τέχνης». Η πρότασή του αυτή παίρνει τις διαστάσεις ενός κινήματος τέχνης.
Λίγο αργότερα ιδρύει την ορχήστρα Παλίντονος αρμονία, που αποτελείται από όργανα συμφωνικά και ελληνικά. Παρουσιάζει τα έργα του στο στούντιο Λήδρα και αργότερα στη μπουάτ «Κύτταρο», με νέους τραγουδιστές και μουσικούς. Διδάσκει τον τρόπο της ερμηνείας της μουσικής και των τραγουδιών του, στην αισθητική κατεύθυνση που πάντοτε επιζητούσε. Μαζί με τα θεατρικά στιγμιότυπα και τον εικαστικό διάκοσμο στήνει μια πολύτροπη μουσική παράσταση. Διανοούμενοι και φοιτητές γεμίζουν καθημερινά τους χώρους της δραστηριότητάς του, παρά τα εμπόδια της τότε εξουσίας.
Δεν υπάρχει Έλληνας που να μη γνωρίζει τα τραγούδια του, όπως οι «Οχτροί», τα «Λόγια και τα χρόνια», τα «Χίλια μύρια κύματα», η «Λένγκω» (Ελλάδα), ο «Γίγαντας», «Κάτω στης Μαργαρίτας το αλωνάκι», το «Καφενείον η Ελλάς», «Ο τόπος μας είναι κλειστός», τα «Παραπονεμένα λόγια», το «Μιλώ για τα παιδιά μου».
Πρόκειτια για τραγούδια που έγιναν σύμβολα και μύθοι, όπως και τα μουσικά του έργα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Ο Στράτης ο Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους», «Ήλιος ο Πρώτος», «Χρονικό», «Ιθαγένεια», «Οροπέδιο», «Θητεία» και «Μετανάστες», μελοποιώντας Διονύσιο Σολωμό, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Κ.Χ. Μύρη, Μιχάλη Κατσαρό, Μάνο Ελευθερίου, Γιώργο Σκούρτη, Πάνο Θεοδωρίδη αλλά και δικούς του.
Το 1976 συνθέτει τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά του BBC «Who pays the Ferryman?», και η επιτυχία του μουσικού θέματος παραμένει στην κορυφή του βρετανικού Hit-Parade για μήνες, ενώ κάνει τον συνθέτη διεθνώς γνωστό.
Στα επόμενα χρόνια η δημοφιλία αυτή εκφράζεται με πολλές μετακλήσεις για συναυλίες, και ο Μαρκόπουλος πραγματοποιεί αλλεπάλληλα ταξίδια ανά τον κόσμο. Επισκέπτεται διαδοχικά, δίνοντας συναυλίες με τα έργα του, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια, το Σικάγο, το Σαν Φρανσίσκο, το Τορόντο, το Μόντρεαλ, τη Στοκχόλμη, το Άμστερνταμ, τη Νάπολη, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Μόναχο, τη Φρανκφούρτη, τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο καθώς και διάφορες πόλεις της Ρωσίας και της Αυστραλίας.
Στην καλλιτεχνική του παραγωγή σημαντική θέση έχει η μουσική του για το θέατρο και τον κινηματογράφο: μουσική για έργα του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, του Μενάνδρου, του Σαίξπηρ, του Τσέχοφ, του Μπέκετ αλλά και σύγχρονων Ελλήνων δραματουργών, και για ταινίες του Κούνδουρου, του Ντασέν, του Κοσμάτου, του Μανουσάκη, του Σκαλενάκη, του Γρηγορίου και άλλων.
Τον Ιανουάριο του 1981 ενώνεται και στη ζωή με την τραγουδίστρια και συνεργάτιδά του Βασιλική Λαβίνα. Γεννιέται η κόρη τους Ελένη.
Ακολουθούν έργα μουσικής δωματίου, τέσσερα κουαρτέτα, δύο σονάτες, πέντε κομμάτια για βιολί και πιάνο. Από τα έργα ενόργανης μουσικής, το Κονσέρτο-Ραψωδία για λύρα και συμφωνική ορχήστρα, τα Μητρώα για ορχήστρα εγχόρδων, τη Συμφωνία της Ίασης, επίσης δύο ορατόρια και δύο κύκλους τραγουδιών. Το 1994 συνθέτει ένα από τα πιο σημαντικά του έργα, τη Λειτουργία του Ορφέα – για φωνή, χορωδία και ορχήστρα –, που απευθύνεται φιλοσοφικά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση.
Ακολουθούν η «Ανα-γέννηση Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη», μουσικό ταξίδι σε 4 ενότητες, η όπερα «Ερωτόκριτος και Αρετή», τα «Σχήματα σε κίνηση», κονσέρτο για πιάνο εμπνευσμένο από τον Πυθαγόρα, τα «Ευήλια τοπία», φαντασία για σόλο φλάουτο, ο «Νόμος της Θαλπωρής», ορατόριο-μουσικό θέαμα για φωνές, χορωδία, ορχήστρα πνευστών, μπαλέτο και εικόνες, «16 Πυρρίχιοι χοροί 1980-2001», Τρίπτυχο για φλάουτο έγχορδα και άρπα (2007).
• Με πληροφορίες από τη WIKIPEDIA
Πηγή: https://www.efsyn.gr/efsyn-city/moysika-nea/388572_efyge-apo-ti-zoi-o-monadikos-giannis-markopoylos
Το σημερινό «αφιέρωμα» ανήκει στον Μίμη Παπαϊωάννου. Δεμένο με πολλά προσωπικά βιώματα. Σήμερα η ποδοσφαιρική Ελλάδα αποχαιρετά τον μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή που πέρασε από τα ελληνικά γήπεδα και όχι μόνο: Τον Μίμη Παπαϊωάννου. Για εμάς, της «παλιάς γενιάς», που παίξαμε μπάλα στις αλάνες, στα χωράφια με τα αγκάθια, βάζοντας για δοκάρια δυο μεγάλες πέτρες, με μια πλαστική μπάλα, (που στα μάτια μας ήταν θεά), που τρυπήσαμε πολλά παντελόνια στα γόνατα, (οι μανάδες να μπαλώνουν μουρμουρώντας και οι πατεράδες να αγριεύουν που δεν διαβάζουμε τα μαθήματα), ο Μίμης Παπαϊωάννου ήταν ποδοσφαιρικό πρότυπο αθλητή. Δεν αποβλήθηκε ποτέ!
Τις Κυριακές το απόγευμα με το τρανζιστοράκι στο χωράφι για να ακούμε τα μαγικά του Μίμη. Κι όταν ήρθε η τηλεόραση, τι θαύμα ήταν εκείνο! Έσπασε η καρδιά μας στο ιστορικό γκολ με την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς στη ρεβάνς των προημιτελικών του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ 1977, σκοράροντας με ασύλληπτη κεφαλιά (με τη γνωστή ικανότητά του να στέκεται στον αέρα) το τρίτο γκολ που οδήγησε την αναμέτρηση στην παράταση και στη συνέχεια στα πέναλτι, όπου προκρίθηκε η ΑΕΚ.
Φανταζόμασταν τον εαυτό μας μεγάλο αστέρι, να παίξει στα γήπεδα με χορτάρι, δίπλα στον Μίμη Παπαϊωάννου. Δεν κατάφερα να τον δω ζωντανά μέσα στο γήπεδο. Όταν πήγα εγώ στην Αθήνα ο Μίμης είχε «κρεμάσει» τα παπούτσια. Είναι ένα μεγάλο ανεκπλήρωτο όνειρο. Καλό ταξίδι Μίμη.
15/3/2023
Ένα μικρό αφιέρωμα στο Μίκη Θεοδωράκη που μας "άφησε" σήμερα το πρωί. Τα λόγια είναι περιττά για έναν τέτοιο άνθρωπο, μουσικό και αγωνιστή. Ας λίγα από τραγούδια του.
Ένα μικρό αφιέρωμα στον ποιητή Μιχάλη Παδιαρδή, που "έφυγε" χθες από κοντά μας.
Μιχάλης Πασιαρδής – Τρία ποιήματα
1
Είπες κάποτε πως οι νεκροί βλασταίνουνε και μεγαλώνουν
βγάνουν ανθούς, καρπίζουν, έρχονται τα πουλιά,Είπες. Ομως τα δέντρα είναι πάντοτε μοναχικά
ακόμα και στα δάση. Το πέρασμα του αγέρα το προδίδει.
2
Πέρσι
ο χρόνος ήταν κίτρινος
σα να
χτυπήσανε στη γη τ' αυγά χιλιάδων αστεριών
εφέτο είναι μαύρος
3
Έκλεισες
Ένα μικρό αφιέρωμα στον Λευτέρη Μυτιληναίο, που "έφυγε" αφήνοντας τα όμορφα τραγούδια του.
Ένα μικρό αφιέρωμα στον αγαπημένο Αντώνη Καλογιάννη, που μας άφησε σήμερα.
Μας συντρόφεψε για χρόνια με τα τραγούδια του.
O «Ημεροδρόμος», με αφορμή την μεγάλη απώλεια του ποδοσφαιρικού (και όχι μόνο) θρύλου Ντιέγκο Μαραντόνα προτείνει στους αναγνώστες τους το βιογραφικό ντοκιμαντέρ (2008) του Εμίρ Κουστουρίτσα. Ο ίδιος ο Ντιέγκο μιλά για το ποδόσφαιρο, την πολιτική, την εκμετάλλευση, τη Λατινική Αμερική, τον Φιντέλ Κάστρο και ξετυλίγει τη ζωή του.
Ακολουθεί πρώτα μια εκτεταμένη περίληψη με ελληνικούς υπότιτλους και στη συνέχεια ολόκληρο το βιογραφικό ντοκιμαντέρ με αγγλικούς υπότιτλους:
Ένα μικρό αφιέρωμα στο Γιάννη Πουλόπουλο, που "έφυγε" χθες βράδυ. Εμάς τους παλιότερους μας συντρόφευε εκείνες τις εποχές με τα τραγούδια του (Ο πρώτος μισθός, σε ένα ιδιωτικό σχολείο πριν πάω φανταρος, πήγε σ' ένα κασετόφωνο της εποχής και σε 10 κασέτες με τα τραγούδια του). Καλό ταξίδι ...
Δες και ΕΔΩ για τη ζωή του
Ένα μικρό αφιέρωμα στο Ντίνο Χριστιανόπουλο, που "έφυγε" σήμερα.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ...
Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια
Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα