Ας αρχίσουμε από τα αυτονόητα: Τα δέντρα στις πόλεις μειώνουν τη
θερμοκρασία του αέρα και μετριάζουν τις επιπτώσεις του καύσωνα.
Καθαρίζουν τον αέρα που αναπνέουμε φιλτράροντας τον, πράγμα πολύ
σημαντικό με τα σωματίδια που αιωρούνται όλο και πιο πολλά συμβάλλοντας
στη μείωση του προσδόκιμου ζωής, σύμφωνα με την ΠΟΥ. Συμβάλλουν στο
μετριασμό του φαινομένου του θερμοκηπίου, αφού, όπως εξηγούν οι
επιστήμονες, ένα δέντρο μπορεί να δεσμεύσει μέχρι και 150 κιλά
διοξειδίου του άνθρακα τον χρόνο. Προστατεύουν από τις πλημμύρες αφού οι
ρίζες τους απορροφούν και αποθηκεύουν το νερό ενώ παράλληλα συγκρατούν
το έδαφος, αποτρέποντας τη διάβρωση και τις πλημμύρες.
Αυτά εν ολίγοις. Για τούτο, όλο και πιο πολλές πόλεις φυτεύουν δέντρα
ή ενθαρρύνουν την φύτευση τους σαν ένα μέτρο αντιμετώπισης της
κλιματικής αλλαγής και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων
τους. Στα δικά μας μέρη, κάνουν το αντίθετο. Όχι πως έχουν απομείνει
πολλά δέντρα, αλλά όπου υπάρχουν κηρύσσονται ανεπιθύμητα, εχθροί της
ανάπτυξης. Και με διάφορες δικαιολογίες και πάντα με την υπόσχεση πως θα
φυτευτούν δεκαπλάσια, εξαφανίζονται.
Την περασμένη βδομάδα, μετά τον ανεμοστρόβιλο που έπληξε περιοχές της
Λεμεσού, «κουρεύτηκε» το Δασούδι στη περιοχή Γερμασόγειας. Κι άμα δει
κάποιος τις φωτογραφίες που δημοσιοποίησαν άνθρωποι που βγήκαν να
διαμαρτυρηθούν, τα δέντρα που κόπηκαν, με τις ευλογίες του Τμήματος
Δασών, βρίσκονταν κατά μήκος της παραλίας. Με άλλα λόγια, έγινε
διαπλάτυνση του χώρου όπου μπορούν να μπουν ξαπλώστρες και ομπρέλες. Στη
Λάρνακα, ένα από τα λιγοστά πάρκα που υπάρχουν, αυτό του Παττίχειου,
αναδιαμορφώνεται με την προσθήκη τσιμέντου. Και μετά από διαμαρτυρίες,
το έργο διακόπηκε με την υπόσχεση να αλλάξουν κάποιοι παράμετροι. Μεταξύ
άλλων, να κοπούν μόνο ακακίες, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν
κηρυχθεί σε εισβολείς. Εισβλητικές τις λένε οι αρμόδιες αρχές
δικαιολογώντας την εκκοπή τους. Ο όρος εισήχθη όταν μπουλντόζες
αφαίρεσαν κάθε ίχνος βλάστησης στην παραλία της Αργάκας. Στη Λεμεσό,
προηγήθηκε το τσιμέντωμα του Δημόσιου Κήπου για χάρη Ρώσσου χορηγού.
Στη Λευκωσία, τα παραδείγματα είναι πολλά. Το δάσος της
Αθαλάσσας/Αγλαντζιάς ακόμα τη γλυτώνει αλλά τα σχέδια για δρόμο που θα
το διασχίζει δεν έχουν αποσυρθεί. Το ίδιο και τα σχέδια για δρόμο που θα
μοιράζει το γραμμικό πάρκο στον Πεδιαίο. Όσο για το πάρκο που
διαμορφώνεται στον χώρο του παλιού ΓΣΠ, άνετα μπορεί να ονομαστεί σε
πάρκο τσιμέντου. Χύθηκε κάμποσο μπετόν, εκατομμυρίων, για να καλυφθεί
αργότερα με χώμα και να φυτευτεί. Κι η υπόσχεση πως θα αναπληρωθούν τα
δέντρα που κόπηκαν στον Άγιο Αντρέα και στην Αγλαντζιά (αξημέρωτα)
παραμένει υπόσχεση. Εκτός κι αν υπολογίζονται οι τζακαράντες που
φυτευτήκαν στη Μακαρίου.
Αν
και ο δημόσιος διάλογος το τελευταίο διάστημα καθορίστηκε από τη
δημόσια πρόσβαση στο ChatGPT, συνυπάρχουμε χρόνια με τεχνολογίες που
ομαδοποιούνται κάτω από τον όρο «Τεχνητή Νοημοσύνη». Συνήθως, το
αποτέλεσμα που παίρνουμε είναι ευθέως ανάλογο του ποσού και της
ποιότητας της ανθρώπινης εργασίας που έχει καταναλωθεί κατά τη
δημιουργία του συστήματος.
Δεν υπάρχει Τεχνητή Νοημοσύνη
Δεν
εννοούμε πως οι τεχνολογίες που αναπτύσσονται δεν ανταποκρίνονται σε
κάποια κριτήριά μας. Εννοούμε, πολύ συγκεκριμένα, πως ο όρος «Τεχνητή
Νοημοσύνη» χρησιμοποιείται ως εμπορική ονομασία για τεχνολογίες τόσο
διαφορετικές μεταξύ τους που στερείται νοήματος. Η ίδια η επιλογή του
όρου αποτελεί συνειδητή προσπάθεια δημιουργίας ενός ευνοϊκού επενδυτικού
περιβάλλοντος μέσω της δημιουργίας τεχνητού δέους στο κοινό. Έτσι,
ξεκινούμε αποσαφηνίζοντας σημαντικούς όρους, καθώς βλέπουμε συχνά
παραλλαγές της φράσης «τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται με ή χωρίς επίβλεψη και μετά λαμβάνουν αποφάσεις».
«Εκπαίδευση»:
Όταν μιλάμε για συστήματα μηχανικής μάθησης ή νευρωνικών δικτύων, ο
αρχικός αλγόριθμος είναι απολύτως άχρηστος εάν δεν έρθει σε επαφή με ένα
σύνολο επιλεγμένων δεδομένων, πάνω στα οποία θα προσαρμοστεί. Η
διαδικασία αυτή προκαθορίζει τη μετέπειτα λειτουργία του, με εμάς να
ελπίζουμε πως θα συνεχίσει να λειτουργεί αποτελεσματικά σε πραγματικά
δεδομένα.
«Επίβλεψη»: Η διαδικασία κατά την οποία
κατηγοριοποιεί τα δεδομένα εκπαίδευσης κάποια ομάδα ανθρώπων. Έτσι,
εκπαίδευση χωρίς επίβλεψη έχουμε όταν δίνουμε στο πρόγραμμα φωτογραφίες
και ελπίζουμε να τις διαχωρίσει σωστά σε γάτες και σκύλους. Μερική
επίβλεψη έχουμε όταν έχουμε κατηγοριοποιήσει μερικές ως γάτες ή σκύλους,
ώστε να νουθετήσουμε ελαφρά τον αλγόριθμο, και πλήρη επίβλεψη όταν
έχουμε κατηγοριοποιήσει ένα-ένα όλα τα δεδομένα εκπαίδευσης.
«Απόφαση»:
Στην τεχνική γλώσσα, οποιοδήποτε σύστημα μπορεί να κάνει διαφορετικές
πράξεις αναλόγως των συνθηκών, αποτελεί σύστημα απόφασης. Με άλλα λόγια,
η βαλβίδα υπερχείλισης ενός υδατοφράγματος είναι σύστημα απόφασης,
χωρίς όμως κανείς να θεωρεί νοήμον το φράγμα.
Πλέον δεν αποπνέει τόσο δέος η πρόταση από την οποία ξεκινήσαμε, έτσι;
A.I. – Απομυθοποίηση τώρα
Εργαζόμενη καθαρίζει με παραδοσιακό τρόπο το πάτωμα σε κατάστημα που πουλάει έξυπνες σκούπες-ρομπότ
Για
να μπορέσουμε να βάλουμε σε τάξη έναν ταχέως εξελισσόμενο τομέα, το να
θέσουμε σαφείς όρους συζήτησης είναι απαραίτητο. Το φάσμα τεχνολογιών
που σήμερα αναφέρονται ως «τεχνητή νοημοσύνη» πάσχει σημαντικά σε αυτόν
τον τομέα, με αρκετές από αυτές να αναφέρονται σε δύο και τρεις
διαφορετικές κατηγορίες, ή ακόμα και μέθοδοι να μετονομάζονται σε
«τεχνητή νοημοσύνη» για να εκμεταλλευτούν το κύμα δημόσιου διαλόγου που
βρίσκεται σε εξέλιξη. Γι αυτό το λόγο θα ξεκινήσουμε μια αδρή
κατηγοριοποίηση, θέτοντας τους όρους που θα χρησιμοποιήσουμε κατά τη
διάρκεια του άρθρου.
Ο πρώτος τομέας του φάσματος που υπάγεται στον όρο «τεχνητή νοημοσύνη» είναι αυτό που ονομάζουμε «έξυπνο προγραμματισμό» (intelligent programming).
Πρόκειται για κλασικό προγραμματισμό, υπό την έννοια ότι η
κατασκευαστική ομάδα καλείται να προβλέψει και να προκαθορίσει
αντιδράσεις για κάθε πιθανή περίπτωση ή συνδυασμό παραγόντων. Με άλλα
λόγια, το αποτέλεσμα που παίρνουμε είναι ευθέως ανάλογο του ποσού και
της ποιότητας της ανθρώπινης εργασίας που έχει καταναλωθεί κατά τη
δημιουργία του συστήματος. Αν έχετε παίξει κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι
με αντίπαλο τον υπολογιστή, τότε σίγουρα έχετε μάθει υποσυνείδητα να
εκμεταλλεύεστε ακριβώς τις περιπτώσεις που δεν προγραμματίστηκαν αρκετά
ενδελεχώς ώστε να κερδίζετε. Ένα χρήσιμο εποπτικό παράδειγμα σε αυτόν
τον τομέα είναι η ραχοκοκκαλιά των «αυτο-οδηγούμενων οχημάτων». Εάν
βάλετε έναν κώνο της τροχαίας στο καπώ ενός τέτοιου οχήματος, σταματά να
κινείται [1], καθώς δεν έχει προγραμματιστεί να διαχειρίζεται μια
τέτοια κατάσταση.
Ο δεύτερος τομέας του φάσματος τεχνολογιών που συζητάμε είναι τα «συστήματα μηχανικής μάθησης» (machine learning).
Κατά τη δημιουργία τους, καθορίζουμε με σαφήνεια μια σειρά μεταβλητών
που θα μπορούσαν να είναι σημαντικές κατά τη λήψη αποφάσεων. Μετά, η
διαδικασία της εκμάθησης συνίσταται στο να φέρουμε τον αλγόριθμο σε
επαφή με δοκιμαστικά δεδομένα, ώστε να προσαρμοστεί σε αυτά και να
αναδείξει ποιές από τις μεταβλητές που προκαθορίσαμε είναι σημαντικές
και πόσο. Το αποτέλεσμα είναι πως αφ’ ενός τα αποτελέσματα που παίρνουμε
από την πραγματική του χρήση έχουν προκαθορισμένα και απολύτως γνωστά
κριτήρια, αφ’ ετέρου μπορούμε ανά πάσα στιγμή να μελετήσουμε τις
εξισώσεις του συστήματος και να κατανοήσουμε με λεπτομέρεια την
ιεράρχηση που έδωσε κάποιο αποτέλεσμα. Ένα καλό εποπτικό παράδειγμα
είναι ο τρόπος με τον οποίο το Netflix προτείνει περιεχόμενο [2]. Με ένα
τέτοιο σύστημα να προσπαθεί να μιμηθεί τις ανθρώπινες επιλογές, η
εταιρία μπορεί να δει με λεπτομέρεια ποιοί παράγοντες (κριτικές, ώρα
θέασης, ηθοποιοί κ.α.) είναι σημαντικοί για την εταιρία ώστε να
επενδύσει σε αυτούς.
Ο τρίτος τομέας περιλαμβάνει τις «τεχνολογίες νευρωνικών δικτύων» (neural networks).
Αυτός ο τομέας είναι ο πιο δύσκολα κατανοήσιμος για βαθύτατους λόγους.
Κατ’ αρχάς, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα ψηφιακό μοντέλο κόμβων
(νευρικών κυττάρων) που συνδέονται μεταξύ τους με πολλούς τρόπους
(συνάψεις). Πρόκειται για μια απόπειρα να δημιουργήσουμε ένα πάρα πολύ
απλό και αφαιρετικό μοντέλο μιας μικρής μάζας νευρώνων, ελπίζοντας πως
αυτό θα μπορεί να προσαρμοστεί σε προβλήματα που του θέτουμε. Όπως και
στη μηχανική μάθηση, έχουμε και εδώ τη διαδικασία εκμάθησης με την
εφαρμογή του αλγορίθμου σε προσεκτικά επιλεγμένα δοκιμαστικά δεδομένα,
ώστε το ειδικό βάρος του κάθε «νευρικού κυττάρου» και η ισχύς κάθε
«σύναψης» να αλλάξει, με το αποτέλεσμα να είναι ένα έτοιμο σύστημα,
προσαρμοσμένο στα δεδομένα αυτά. Εδώ όμως δεν έχουμε κανένα πλήρες
φιλοσοφικό μοντέλο ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον
οποίο αυτή η προσαρμογή απεικονίζει τα δεδομένα που χρησιμοποιήσαμε. Με
άλλα λόγια, όπως δεν έχουμε ένα φυσικό μοντέλο για την ανθρώπινη νόηση,
με τον ίδιο τρόπο δεν έχουμε ένα θεωρητικό μοντέλο για τον τρόπο με τον
οποίο ένα τέτοιο σύστημα παράγει αποτελέσματα, δημιουργώντας ένα μεγάλο
ζήτημα όσον αφορά την αξιοπιστία του. Ένα πολύ καλό παράδειγμα είναι
συστήματα που φτιάχτηκαν για να ξεχωρίζουν καλοήθεις από καρκινικές
ελιές δέρματος. Μετέπειτα μελέτη ενός τέτοιου συστήματος έδειξε πως
θεωρούσε την ύπαρξη χάρακα στη φωτογραφία ως καρκινικό δείκτη, μιας και
οι νοσοκομειακές φωτογραφίες καρκινικών ελιών έχουν συχνότερα
παρακολούθηση του μεγέθους τους [3].
Σε αυτήν την τεχνολογία
οφείλεται η τεράστια πλειοψηφία της δημόσιας συζήτησης, με το πιο
πολυσυζητημένο παράδειγμά της να είναι το ChatGPT της εταιρίας OpenAI,
εκπαιδευμένο πάνω σε τεράστιες ποσότητες κειμένου αλιευμένου από το
διαδίκτυο, άρθρα και εκθέσεις [4], ώστε με τη σειρά του να παράγει
αληθοφανές κείμενο, επιλέγοντας κάθε νέα λέξη με βάση όσες έχουν
προηγηθεί. Επειδή ακριβώς όμως ο δημόσιος διάλογος καθορίστηκε από τη
δημόσια πρόσβαση στο συγκεκριμένο σύστημα, παραλείπονται πολύ σημαντικές
ήδη υπάρχουσες ή δυνητικές εφαρμογές. Επί παραδείγματι, από το 2015, τα
αποτελέσματα αναζήτησης που εμφανίζει η Google βασίζονται σε μηχανική
μάθηση, ενώ η λειτουργία του Google Translate βασίζεται σε νευρωνικά
δίκτυα, έχοντας κάνει άλματα στη δυνατότητα έστω και μέτριας μετάφρασης.
Παράλληλα, η δημιουργία βέλτιστων διαδρομών σε προγράμματα
γεωεντοπισμού (GPS) έχει μεταβάλει ριζικά τις μεταφορές, από τα τάνκερ
μέχρι τα κούριερ.
Νευρωνικά δίκτυα ακροδεξιού λόγου
Με
την έκρηξη δημόσιας κάλυψης που πυροδότησε το ChatGPT, ξεχνούμε πως δεν
ήταν το πρώτο τέτοιο κοινωνικό πείραμα. Στις 23/3/2016, δημιουργήθηκε ο
λογαριασμός στο Twitter ονόματι «TayandYou», όπου η Microsoft
προσκάλεσε το κοινό της πλατφόρμας να συζητήσει με ένα νευρωνικό δίκτυο
παραγωγής λόγου ονόματι Tay (το οποίο θα βελτιωνόταν μέσω της
αλληλεπίδρασης) σε μια εντυπωσιακή κίνηση δημόσιας εικόνας. Σε περίπου
16 ώρες η εταιρία κατέβασε τον λογιαριασμό, καθώς «εκπαιδεύτηκε» σε
πραγματικό χρόνο να γράφει ναζιστικές αναρτήσεις και μισογυνικά
συνθήματα [5] [6]. Το γεγονός αναδεικνύει το εγγενές χαρακτηριστικό
αυτών των συστημάτων να αναπαράγουν μοτίβα που συναντούν αδιακρίτως. Ο
ακροδεξιός λόγος χαμηλού επιπέδου χαρακτηρίζεται από επανάληψη των
συνθημάτων, από λέξεις-κλειδιά και από ταυτόχρονη παράθεση εννοιών χωρίς
αιτιακή σχέση μεταξύ τους (π.χ. μετανάστευση-υπογεννητικότητα).
Τυγχάνει, γι’ αυτούς τους λόγους, προνομιακής μεταχείρισης όταν υπάρχει
στα δεδομένα εκμάθησης ενός συστήματος, όπως φάνηκε στην ιστορία της
Tay.
Το ChatGPT δεν έχει γίνει γνωστό για ανάλογη συμπεριφορά
συγκεκριμένα επειδή η OpenAI έδωσε υπεργολαβία στην Κένυα (με 2$
ωρομίσθιο) τη δημιουργία ενός δεύτερου συστήματος με αντικείμενο να
αναγνωρίζει και κόβει συγκεκριμένα τις ακροδεξιές, ρατσιστικές,
μισογύνικες, κακοποιητικές απαντήσεις πριν τις δει ο χρήστης [7]. Στο
ίδιο σημείο του μυαλού μας πρέπει να βρίσκεται η επιστολή μαθηματικών
στις ΗΠΑ το 2020, η οποία καλεί την κοινότητα των μαθηματικών να
διακόψει τις συνεργασίες με αστυνομικά τμήματα [8]. Ο λόγος ήταν μια
πλειάδα αυτόματων συστημάτων και μαθηματικών εργαλείων που εμπορεύονταν
ιδιωτικές εταιρίες, τα οποία θα αυτοματοποιούσαν τη διαχείριση πόρων
αστυνόμευσης. Εκπαιδευόμενα πάνω σε ρατσιστικά και ταξικά δεδομένα,
παράγουν ταξικές και ρατσιστικές απαντήσεις, προστατεύοντας τους
διευθυντές από την ηθική και νομική ευθύνη των αποφάσεων αυτών.
Μέσο ελέγχου, ο έλεγχος του μέσου παραγωγής
Στην
ανάλυση που προηγήθηκε γίνεται σαφής η κομβική σημασία του ελέγχου πάνω
στα δεδομένα εκπαίδευσης τα οποία μετατρέπουν τα συστήματα μηχανικής
μάθησης και νευρωνικών δικτύων σε προϊόντα προς χρήση. Η συλλογή
γιγάντιων όγκων στοιχείων απαιτεί εξαιρετικά σημαντικό ποσό ανθρώπινης
εργασίας, οπότε κι επιτυγχάνεται κυρίως μέσω δημόσιων οργανισμών (π.χ.
μηχανοράνωση νοσοκομειακών και φορολογικών αρχείων), στα πλαίσια μεγάλων
επιχειρηματικών ομίλων (π.χ. συγκέντρωση δεδομένων κίνησης των χρηστών
από τη Google) ή απλά αλιεύονται από το ήδη υπάρχον υλικό του διαδικτύου
χωρίς ενημέρωση του κοινού και αποζημίωση των δημιουργών (π.χ. απόκτηση
φωτογραφιών από την Clearview, ή κειμένου για τις ανάγκες του ChatGPT).
Η προετοιμασία δεδομένων για εκπαίδευση από αυτά τα στοιχεία είναι ένας
νέος εργολαβικός κλάδος της οικονομίας, με έδρες κυρίως στη
νοτιοανατολική Ασία και μέγεθος ευθέως ανάλογο της ανάγκης για τη χρήση
τέτοιων αλγορίθμων. Όπως είδαμε και στην Κένυα [7], πρόκειται για
επαναληπτική, χαμηλής ειδίκευσης εργασία, το προϊόν της οποίας αποτελεί
πρώτη ύλη για ολοκληρωμένα εμπορικά συστήματα.
Καλούμαστε να
ξεδιαλύνουμε το ποια μπορεί και πρέπει να είναι η συνύπαρξη με την
υπόλοιπη ανθρώπινη εργασία από τα επενδυτικά συνθήματα. Κατ’ αρχάς,
μεγάλο μέρος των ισχυρισμών για αντικατάσταση θέσεων εργασίας οφείλεται
σε άρθρα επενδυτών όπως ο Vinod Khosla [10] [9], τα οποία αποτελούν
απλώς πρόσκληση σε χρηματιστηριακό σπεκουλάρισμα. Καμία σοβαρή έρευνα
δεν κάνει προβλέψεις για αντικατάσταση ανθρώπινης εργασίας από μια
τεχνολογία στα σπάργανα. Υπάρχουν όμως κλάδοι στους οποίους η αύξηση της
παραγωγικότητας θα φέρει στην καθημερινή διάταξη τη μείωση των ωρών
εργασίας χωρίς μείωση μισθού. Στον κλάδο των μεταφορών ήδη υπάρχει
τέτοια πίεση υπό το βάρος της αυξανόμενης παραγωγικότητας. Στην
πλειοψηφία των κλάδων της οικονομίας όμως η πίεση θα είναι έμμεση, ως
«επστημονικό management με νέα εργαλεία».
Η ύπαρξη αυτών των
εργαλείων δημιουργεί όμως και μια σειρά επιχειρήσεων που θα υποσχεθούν
πλήρη αντικατάσταση ανθρώπινων θέσεων εργασίας με αλγορίθμους,
ανεξαρτήτως του αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό ή θνησιγενές. Στους χώρους
εργασίας αυτές οι εταιρίες προϊόντων ή/και management θα αξιοποιηθούν
ώστε να δικαιολογήσουν προειλημμένες αποφάσεις απολύσεων με νέα γλώσσα.
Είναι λοιπόν εξαιρετικής σημασίας η πλήρης και ουσιαστική ενημέρωση του
κόσμου της εργασίας, ώστε να μη νιώσει κανένα δέος απέναντι σε «λαγούς
με A.I. πετραχήλια» και να δει τις μειώσεις προσωπικού ως αυτό που
πραγματικά είναι.
Το τελικό ερώτημα είναι αν πρόκειται για ένα
ακόμα νέο μέσο παραγωγής ή για δυνητική αντικαταστάση του ανθρώπου. Οι
τεχνολογίες μηχανικής μάθησης και νευρωνικών δικτύων αποτελούν συστήματα
αναγνώρισης μοτίβων, χωρίς καμμία δυνατότητα στο προβλέψιμο μέλλον
«κατανόησης» του προβλήματος που καλούνται να λύσουν. Ακόμα περισσότερο,
η χρήση τους απαιτεί επανεκπαίδευση πάνω σε πρόσφατα δεδομένα ανά τακτά
χρονικά διαστήματα, άρα εκ νέου δημιουργία, προετοιμασία και εκπαίδευση
με τη σπατάλη νέας ανθρώπινης εργασίας. Αποτελούν δηλαδή σαφώς ένα
φθαρτό μέσο παραγωγής και όχι ανατροπή του τρόπου παραγωγής.
[3]
Narla, A., Kuprel, B., Sarin, K., Novoa, R., & Ko, J. (2018).
Automated classification of skin lesions: From pixels to practice.
Journal of Investigative Dermatology, 138(10), 2108–2110. https://doi.org/10.1016/j.jid.2018.06.175
Η
απόφαση του Ισραήλ να συμμετάσχει στον φετινό διαγωνισμό της Eurovision
με ένα τραγούδι που φέρεται να περιλαμβάνει αναφορές στις στρατιωτικές
επιχειρήσεις στη Γάζα προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων αναγκάζοντας τους
διοργανωτές να επανεξετάσουν τη συμμετοχή. ● Για άλλη μια φορά όμως η
ουσία του προβλήματος δεν βρίσκεται στις πολιτικές τοποθετήσεις όσων
συμμετέχουν στον διαγωνισμό αλλά στην πολιτική καρδιά της ίδιας της
Eurovision.
Έχουν περάσει 15 χρόνια από τη στιγμή που η Γεωργία επιχείρησε να παρουσιάσει στον διαγωνισμό της Eurovision
ένα τραγούδι με τον τίτλο «We Don’t Wanna Put In», μια σαφής αναφορά
στο όνομα του Ρώσου προέδρου και στα γεγονότα που είχαν προηγηθεί έναν
χρόνο νωρίτερα με τον πόλεμο Ρωσίας-Γεωργίας. Τελικά η συμμετοχή
αποσύρθηκε όταν οι διοργανωτές αρνήθηκαν να εγκρίνουν το τραγούδι.
Μερικά
χρόνια αργότερα η Αρμενία αναγκάστηκε να αλλάξει τον τίτλο του
τραγουδιού της από «Don’t Deny» σε «Face the Shadow» καθώς η αρχική
επιλογή θεωρήθηκε έμμεση αναφορά στην άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει
τη γενοκτονία των Αρμενίων.
Αρκετά ακόμη τραγούδια της Eurovision
απέκτησαν πολιτικό νόημα στο πέρασμα των χρόνων, ακόμη και εν αγνοία
των δημιουργών τους — όπως το πορτογαλικό «E depois do adeus», το οποίο
ήταν το μυστικό σήμα που χρησιμοποίησαν τα αριστερά στελέχη του
πορτογαλικού στρατού ως έναυσμα της Επανάστασης των Γαριφάλων το 1974.
H
Ευρωπαϊκή Ραδιοτηλεοπτική Ένωση (EBU) υποτίθεται ότι προσπαθεί κάθε
χρόνο να αποτρέπει τέτοιου είδους πολιτικές παρεμβάσεις, αποκρύπτοντας
ουσιαστικά ότι ο ίδιος ο θεσμός κουβαλά πολύ βαθύτερη πολιτική ιστορία
από τα τραγούδια που κατά καιρούς ακούγονται σε αυτόν.
Τις τελευταίες δεκαετίες πολλοί πανεπιστημιακοί έχουν χρησιμοποιήσει τη Eurovision
σαν εργαλείο για τη μελέτη της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Το 1995 οι
κοινωνιολόγοι Γκαντ Γιαΐρ και Ντάνιελ Μάμαν από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο
της Ιερουσαλήμ είχαν χρησιμοποιήσει την έννοια της «ηγεμονίας» στις
διεθνείς σχέσεις για να εξετάσουν πώς το ευρωπαϊκό κοινό που ψήφιζε τα
τραγούδια χωριζόταν σε τέσσερα γεωγραφικά μπλοκ — με αισθητή κυριαρχία
της Δυτικής Ευρώπης που προσέλκυε ψήφους και από τα υπόλοιπα μπλοκ.
Από
το 2010 ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Ουόρικ, Μιλίχα Γκλούχοβιτς,
διοργάνωνε ένα διεπιστημονικό συνέδριο με ερευνητές από όλο τον κόσμο
που συζητούσαν πτυχές της Eurovision,
όπως η έννοια της εθνικής ταυτότητας αλλά και οι περιφερειακές
αντιπαλότητες και συμμαχίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Στο επίκεντρο των
ερευνών βρισκόταν συνήθως η πορεία του διαγωνισμού μετά την κατάρρευση
του ανατολικού μπλοκ όταν εντάχθηκαν χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Όπως
εξηγούσε ο Γκλούχοβιτς στην εφημερίδα Guardian, τον ενδιέφερε ιδιαίτερα ο
τεχνητός διαχωρισμός ανάμεσα στη «βάρβαρη Ανατολή και την πολιτισμένη
Δύση», ο οποίος παρέμενε κυρίαρχος παρά την υποτιθέμενη δημιουργία μιας
κοινής ευρωπαϊκής οικογένειας.
Αν όμως η Eurovision
αποτελεί εργαλείο για την κατανόηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας,
προκύπτει αυτομάτως το ερώτημα ποιες χώρες συμμετέχουν τελικά σε αυτό το
εγχείρημα. Ιστορικά η επιλογή των χωρών που μπορούσαν να λάβουν μέρος
στον διαγωνισμό ήταν ένας συνδυασμός τεχνικών προδιαγραφών και πολιτικών
αντιλήψεων για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης. Η Eurovision
ξεκίνησε σαν ένα τεχνολογικό πείραμα για την παράλληλη, απευθείας
αναμετάδοση τηλεοπτικού προγράμματος από σταθμούς που ανήκαν στη
λεγόμενη Ευρωπαϊκή Ραδιοτηλεοπτική Περιοχή (ΕΒΑ). Είναι μάλιστα
χαρακτηριστικό ότι πριν από τον διαγωνισμό τραγουδιού, το ίδιο δίκτυο
είχε χρησιμοποιηθεί για να μεταδοθεί σε όλη την Ευρώπη η (όχι και τόσο
δημοκρατική) ενθρόνιση της βασίλισσας της Αγγλίας, Ελισάβετ Β.
Αν
και η EBA δημιουργήθηκε στον Μεσοπόλεμο, τα ανατολικά και νότια σύνορά
της προσδιορίστηκαν με βάση τα δίκτυα του τηλέγραφου που υπήρχαν στη
Μέση Ανατολή από τον 19ο αιώνα — ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία και
γεωγραφικό σημείο αναφοράς για την εδραίωση της ευρωπαϊκής
αποικιοκρατίας στην περιοχή. Συγκεκριμένα καθώς η EBA ορίζεται
γεωγραφικά από τον 40ό μεσημβρινό στα ανατολικά και στα νότια από τον
30ό βόρειο παράλληλο, περιλαμβάνει όλες τις χώρες της Βόρειας Αφρικής
αλλά ακόμη και εδάφη της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ και της Συρίας.
Το
γεγονός λοιπόν ότι μπορεί να συμμετάσχει στον διαγωνισμό μια χώρα όπως
το Ισραήλ αλλά όχι η Σαουδική Αραβία αποτελεί εντέλει πολιτική απόφαση.
Το κυρίαρχο επιχείρημα ότι το Τελ Αβίβ σε αντίθεση με το Ριάντ ανήκει
στον ευρωπαϊκό πολιτισμό δεν αντέχει σε σοβαρή επιστημονική εξέταση.
Και
οι δύο χώρες στηρίζονται σε ένα θεοκρατικό καθεστώς (το Ισραήλ το
επισημοποίησε με τον Βασικό Νόμο του 2018 όταν αυτοπροσδιορίστηκε
αποκλειστικά ως κράτος των Εβραίων ενώ η Σαουδική Αραβία ταυτίζει το
πολιτικό της σύστημα με τον ισλαμικό νόμο της Σαρία), ενώ παράλληλα
παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα μειονοτήτων εντός της
επικράτειάς τους, με εξωδικαστικές εκτελέσεις, βασανιστήρια κρατουμένων,
απαγωγές πολιτών κ.ο.κ.
Αναζητώντας μια πολιτική απάντηση στο γιατί το Ισραήλ συμμετέχει στη Eurovision η Παλαιστίνια συγγραφέας, Μαριάμ Μπαργκούτι, εξηγούσε πριν από μερικά χρόνια ότι αποτελεί μία «από τις εναπομείνασες ευρωπαϊκές αποικίες, μαζί με περιοχές όπως η Γαλλική Γουιάνα, η Νέα Καληδονία και οι νήσοι Κέιμαν».
Το Ισραήλ, συνέχιζε η Μπαργκούτι, υιοθέτησε όλους τους μύθους της
ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, όπως ότι όφειλε να «εκπολιτίσει» τους
υποδεέστερους τοπικούς πληθυσμούς που καταλάμβανε καθώς αυτοί ζούσαν σε
«πρωτόγονες» συνθήκες.
Ομολογουμένως η αποικιακή παρακαταθήκη δίνει έναν «ευρωπαϊκό» αέρα στη συμμετοχή του Ισραήλ στη Eurovision,
όπως επίσης το γεγονός ότι συνεχίζει τη μακρά παράδοση των γενοκτονιών
που εφάρμοσαν ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ισπανία στην Αμερική, η Βρετανία
στην Ινδία, το Βέλγιο στο Κονγκό και η Γερμανία στην Κεντρική και
Ανατολική Ευρώπη.
Εξαρτάται πάντα από ποια πλευρά του κανονιού στέκεσαι όταν εξετάζεις τον «ευρωπαϊκό πολιτισμό».
Πρόσφατα
άρθρα στους New York Times και τον Guardian μιλούν για ένα μοντέλο
αποστασιοποιημένης αντίληψης και μισογυνιστικής συμπεριφοράς αντίστοιχα,
που παρατηρείται ανάμεσα στους μαθητές και μαθήτριες, γεγονός που δίχως
άλλο επαληθεύεται και από τα αυξανόμενα περιστατικά σχολικής βίας στη
δική μας πραγματικότητα. Και εάν το κοινό σημείο αναφοράς και στις τρεις
περιπτώσεις είναι το πώς οι αλγόριθμοι που χρησιμοποιούνται από τις
πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να επηρεάσουν τη νεανική
συμπεριφορά, ακόμα και εκτός διαδικτύου, μία μάλλον καινοφανής
διαπίστωση προκύπτει για όσους εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Αυτό που πραγματικά χρειάζεται, περισσότερα από πειθαρχικά μέτρα που
αποσκοπούν στο να σταματήσουν τα προσβλητικά αστεία με ρατσιστικό,
ομοφοβικό ή σεξιστικό περιεχόμενο, είναι η κατανόηση και ο διάλογος με
όσους τα αρθρώνουν, προκειμένου να τα αναμορφώσουν.
Μιλώντας για τα όσα έχει αποκομίσει από την περιοδεία της σε σχολεία, προκειμένου να προωθήσει το βιβλίο της «Accountable»1
(«αυτός που λογοδοτεί»), η συγγραφέας και δημοσιογράφος, Dashka Slater,
αναφέρει σε άρθρο της στην Αμερικανική εφημερίδα, ότι έχει περισσότερες
ερωτήσεις, παρά απαντήσεις, όταν μιλάει σε νέους για καυτά θέματα όπως η
ρητορική μίσους. Οι προσβολές, τα memes, τα σχόλια και τα αστεία με
ρατσιστικό, σεξιστικό ή άλλο αρνητικό περιεχόμενο που μοιράζονται οι
νέοι στο διαδίκτυο συχνά άλλωστε διαχέονται στο σχολείο, όπου όμως οι
ευάλωτοι αποδέκτες τους συχνά δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος τους. Η
απόσταση ανάμεσα στο εικονικό αστείο που μεταμορφώνεται σε κάτι αληθινά
κακόβουλο είναι πραγματικά μικρή και για όσους εθισμένους χρήστες στα
social media βιώνουν μία τέτοια αποστασιοποίηση που τους οδηγεί σε αυτή
τη συμπεριφορά, υπάρχουν άλλοι τόσοι που την εσωτερικεύουν και
συνεπακόλουθα πληγώνονται.
Η ειρωνική αποστασιοποίηση που είναι
γνωστή ως «δηλητηριάζοντας την ειρωνεία» («poisoning irony»), δεν είναι
νέο φαινόμενο. Ήδη από το 2018, ο Max Fisher και η Amanda Taub είχαν
διακρίνει δύο εκδηλώσεις της, την ήπια, με χαρακτηριστικά παραδείγματα
τα αστεία για την 11η Σεπτεμβρίου («Ο Bush ευθύνεται για τις επιθέσεις»)
και την κουλτούρα του ατμίσματος («vaping» – «τι να τον κάνεις τον
φίλο, αφού έχεις το Juul;»2) — και τη σκληρή μορφή της που
έχει πιο πολιτική χροιά. Στη στήλη και το ενημερωτικό δελτίο για τους
New York Times, που φέρει τον τίτλο «The Interpreter», περιγράφουν πώς
για κάποια άτομα η πρόκληση του να παραβιάσουν κανόνες και ταμπού,
λέγοντας κάτι απαγορευμένο, τα απευαισθητοποιεί από τον πραγματικό
αντίκτυπό τους, συγκεράζοντας τα «αστεία» με τις απόψεις τους. Το
ανείπωτο γίνεται αποδεκτό, επειδή έχει περαστεί ως τέτοιο από κάποιους
που, μέσω των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για
να επηρεάσουν την ψυχοσύνθεση των νέων.
Αυτή είναι ίσως η πιο
ύπουλη μορφή της έννοιας του «δηλητηριάζοντας την ειρωνεία», καθώς
αποτελεί το όχημα για να κανονικοποιούν τις επικίνδυνες ιδέες τους
συντηρητικοί, μισογύνηδες και γενικότερα τοξικοί άνθρωποι. Αν και ο
Andrew Tate είναι λιγότερο δημοφιλής από το τέλος του 2022 που συνελήφθη
στη Ρουμανία με τις κατηγορίες του βιασμού, της σωματεμπορίας και της
σύστασης συμμορίας για τη σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών, πρόσφατη
έρευνα από το Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου έδειξε ότι μία σταθερή
μειοψηφία ανάμεσα στους νέους συμμερίζεται τις υποτιμητικές του απόψεις
για τις γυναίκες. Συγκεκριμένα, ένας στους πέντε άνδρες ηλικίας 16 έως
29 ετών (21%) οι οποίοι τον έχουν ακούσει, έχουν ευνοϊκή άποψη για
αυτόν, ενώ τρεις στους δέκα (30%) συμφωνούν με το ότι εγείρει σημαντικά
θέματα όσον αφορά τους κινδύνους με τους οποίους είναι αντιμέτωποι η
αντρική («παραδοσιακή») ταυτότητα και οι ρόλοι ανάμεσα στα δύο φύλα.
Πρόκειται για ένα ποσοστό που έρχεται σε αντίθεση με την πλειοψηφία
μεγαλύτερων ηλικιακά ανδρών αλλά και γενικότερα γυναικών και τις θέσεις
τους. Και οι δύο αυτές ομάδες είναι αρνητικές απέναντι στον Tate,
πιστεύουν ότι είναι δυσκολότερο να είσαι γυναίκα στις μέρες μας (48% του
ευρύτερου κοινού), ενώ αντιλαμβάνονται (σε ποσοστό 47% των νεαρών
γυναικών έναντι 29% των αντίστοιχων ανδρών) την χρησιμότητα της φράσης
«τοξική αρρενωπότητα».
Παρατηρείται έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή
Bobby Duffy, διευθυντή του ινστιτούτου πολιτικής που διεξήγαγε την
έρευνα, το παράδοξο διαγενεακό μοτίβο τα νεαρά αγόρια και άνδρες να
έχουν συντηρητικότερη και πιο σκληρή στάση απέναντι στις γυναίκες και
τον φεμινισμό από ότι η λεγόμενη boomer γενιά (ηλικίες 52 – 70). Αυτό
βέβαια μπορεί να αποδοθεί τόσο στο γεγονός ότι οι πρώτοι αντλούν την
πληροφόρηση τους από τα κοινωνικά δίκτυα που βρίθουν από τοξικούς
influencers και μισογυνιστικό περιεχόμενο, όσο και στο ότι κάθε πρόοδος
προς την κατεύθυνση της φυλετικής ισότητας αναπόφευκτα συναντά
αντιδράσεις. Ο Andrew Tate ή ο Jordan Peterson δεν κάνουν τίποτα άλλο
παρά να εκμεταλλεύονται τους φόβους και τις ανησυχίες που δημιουργούν
στους followers τους οι παρανοήσεις και η έλλειψη κατανόησης για θέματα
όπως ο φεμινισμός. Δεν συνιστούν λοιπόν το πρόβλημα αλλά το σύμπτωμα,
όπως τονίζει στο άρθρο της στον Guardian η Ηeather Stewart. Για αυτό
πρέπει να ενσκήψουν οι αρμόδιοι φορείς από νωρίς, προκειμένου να μην
επηρεαστούν οι μετέπειτα σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα ή οι γενικότερες
πολιτικές θέσεις τους ως ενήλικα άτομα.
Οι απαγορεύσεις
κινητών ή πρόσβασης στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης λοιπόν δεν
φαίνεται ότι λειτουργούν. Αντιθέτως, εργαστήρια που δρομολογούν
συζητήσεις με νεαρούς μαθητές και μαθήτριες γύρω από τις προκλήσεις που
συνιστούν οι ρόλοι αναφορικά με το φύλο τους ή μια προσέγγιση «υγιεινής
ψηφιακής δίαιτας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η εκπαιδευτική
ανταποκρίτρια του Guardian, Sally Weale, μπορεί να κάνουν πολλά προς
αυτή την κατεύθυνση. Όπως μπορεί να κάνει και η κάθε καλά
εμπεριστατωμένη κίνηση του εκάστοτε εκπαιδευτικού που συχνά αναρωτιέται
στην τάξη αν θα πρέπει να αγνοήσει εκείνο το προσβλητικό αστείο ή να
μιλήσει. Και εάν μιλήσει, τι να πει και ποιον να προσεγγίσει,
προκειμένου να αλλάξει κάτι; Είναι φυσιολογικό κάποιος που ενδιαφέρεται
πραγματικά να έχει περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις σε αυτό το
θέμα.
Σημειώσεις
1
Eστιάζει στην ιστορία και τον απόηχο που αντιμετώπισε ένα αμερικάνικο
σχολείο, αλλά και η ευρύτερη κοινότητα όταν μαθητές μοιράστηκαν
ρατσιστικό περιεχόμενο σε λογαριασμό κοινωνικού μέσου δικτύωσης
Είναι να απορείς και να
ντρέπεσαι για λογαριασμό τους. Πώς τολμάνε και ξεστομίζουν τέτοια λόγια
και μάλιστα από τον τόπο του εγκλήματος;
Ο λόγος, αυτή τη φορά, για τον Μητροπολίτη Λάρισας, Ιερώνυμο,
ο οποίος μετά το τρισάγιο που τελέστηκε στον τρόπο της τραγωδίας των
Τεμπών, χτες, προχώρησε σε αυτές τις αδιανόητες δηλώσεις:
«Να ξέρετε ότι έναν κεκοιμημένο τον τιμάς πολύ με τη σιωπή, τον τιμάς πολύ με προσευχή, δεν τον τιμάς με τον θόρυβο.
(…) Για
άλλη μια φορά η μικροπολιτική έρχεται να καλύψει την ουσιαστική
πολιτική, δηλαδή, το πώς θα γίνει ώστε οι σιδηρόδρομοι να είναι
ασφαλείς, οι τόποι μας να είναι τόποι που θα είναι καύχημα μόνο για την
ομορφιά τους και δεν θα γίνονται διάσημοι για άλλους λόγους και από εκεί
και μετά όλα τα άλλα είναι απλά λόγια. Λόγια που απλά
κουράζουν. Αυτές τις μέρες έχουμε ακούσει πολλά λόγια. Τόσα πολλά που
δεν νομίζω ότι δικαιώνουν τις ψυχές που έφυγαν.
(…) Ακούγονται πολλά λόγια και τα πολλά λόγια είναι φτώχεια (…)
Άρα το σπουδαίο είναι να αφήσουμε αυτούς που έχουν την ευθύνη και την
αρμοδιότητα να μιλήσουν, να κάνουν τη δουλειά τους, να μην βιαζόμαστε».
Παρατήρηση πρώτη: Ντροπή και πάλι ντροπή από «άγια» χείλη να γίνεται, στην ουσία, παρατήρηση σε όποιον κάνει «θόρυβο» για το έγκλημα των Τεμπών!
Παρατήρηση δεύτερη: Ντροπή και πάλι ντροπή να
προτρέπουν σε «σιωπή» για το έγκλημα των Τεμπών. Η δήλωση του «αγίου»
της Λάρισας είναι στην ίδια κατεύθυνση με εκείνη που είχε κάνει ο πρώην
υπουργός Μεταφορών (όταν έγινε η τραγωδία των Τεμπών) κατά τη διάρκεια
της εξεταστικής επιτροπής: Δεν μπορείτε να υποφέρετε βουβά; Ενοχλείται ο κύριος Καραμανλής!
Παρατήρηση τρίτη: Αλήθεια, «άγιε» της Λάρισας; Να
αφήσουμε εκείνους που έχουν «την ευθύνη και την αρμοδιότητα»; Να
αφήσουμε, δηλαδή, εκείνους που έχουν την πολιτική ευθύνη για το έγκλημα
των Τεμπών και να βλέπουμε τη συγκάλυψη να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια
μας;
Παρατήρηση τέταρτη:
Από πότε ο πόνος για ένα έγκλημα πρέπει να είναι (υποχρεωτικά)
«βουβός»; Από πότε η διαμαρτυρία για ένα έγκλημα είναι «θόρυβος»; Ντροπή
και πάλι ντροπή.
Μια υπόθεση, δύο αριθμοί, ένας συγκλονισμός και τεράστια οργή. Η
υπόθεση αφορά τη δικαίωση της δημοσιογράφου Ευδοκίας Λοΐζου από
δικαστήριο και την παράλληλη καταδίκη του ΡΙΚ για την σοβαρή ιογενή
εγκεφαλίτιδα την οποία υπέστη εξαιτίας των απαράδεκτων συνθηκών εργασίας
στο κτήριο του Ιδρύματος. Οι δύο αριθμοί, που αποτελούν την ουσία της
υπόθεσης, προκαλούν σοκ: Πρώτον, αποζημίωση €925.000 συν τόκους, συν
δικηγορικά έξοδα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Δεύτερον, χρειάστηκαν 17
ολόκληρα χρόνια για να δικαιωθεί η Ευδοκία!
Ο συγκλονισμός αναπόφευκτος: Σε ένα κατ’ όνομα ευρωπαϊκό κράτος, ένας
άνθρωπος απώλεσε την υγεία του εργαζόμενος σε ένα κρατικό ίδρυμα και
βασανίστηκε τόσα χρόνια με απάνθρωπο τρόπο. Όσο για την οργή, απολύτως φυσιολογική: Ένα
σωρό διοικούντες και διευθυντές του ΡΙΚ επί 17 χρόνια, διαιώνιζαν μια
τόσο δίκαιη υπόθεση, «πετυχαίνοντας» να εκτοξεύσουν την αποζημίωση, την
οποία βεβαίως, δεν θα πληρώσουν οι ίδιοι αλλά οι φορολογούμενοι πολίτες!
Οι λεπτομέρειες της υπόθεσης είναι εξωφρενικές. Εξαρχής, υπήρχε ξεκάθαρη ιατρική διάγνωση:
Επρόκειτο για ιογενή εγκεφαλίτιδα! Μάλιστα, η διάγνωση δεν γινόταν από
κάποιον τυχαίο επιστήμονα αλλά από κορυφαίο καθηγητή νευρολογίας, τον Michael G. Hanna.
Και δεν γινόταν καν από κάποιο τοπικό ιατρικό κέντρο ώστε να υπάρχει η
παραμικρή καχυποψία αλλά γινόταν από το τον διευθυντή του Ινστιτούτου
Νευρολογίας της Αγγλίας και επικεφαλής καθηγητή στο National Hospital
for Neurology & Neurosurgery.
Εξαρχής, υπήρξε ξεκάθαρη διάγνωση ότι το σπάνιο, ακραίο και πολύπλοκο περιστατικό το οποίο έπληξε σε σοβαρό βαθμό την Ευδοκία, αποτελούσε επαγγελματική ασθένεια
βάσει των ευρωπαϊκών νομοθεσιών και οδηγιών περί ασφάλειας και υγείας
στην εργασία. Υπήρξε, παράλληλα, ξεκάθαρη γνωμάτευση ότι η αιτία που
προκάλεσε την εν λόγω επαγγελματική ασθένεια ήταν οι απαράδεκτες
συνθήκες εργασίας στο κτήριο του κρατικού ΡΙΚ. Συνθήκες οι οποίες χαρακτηρίζονταν από ύπαρξη τρωκτικών και εντόμων στα στούντιο και τα γραφεία του Ιδρύματος. Μάλιστα,
τα ευρήματα δεν είχαν γίνει από κάποιον ιδιώτη ώστε να επιτρέπουν και
την παραμικρή καχυποψία αλλά προέρχονταν από την αρμόδια κρατική
υπηρεσία: Το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας!
Μπροστά σε αυτό το κρυστάλλινο σκηνικό, τι έπραττε το κρατικό ΡΙΚ; Έκλεινε τα μάτια. Και τα αφτιά. Και δολοφονούσε και το παραμικρό ψήγμα ανθρωπιάς
το οποίο όφειλαν να διαθέτουν οι επικεφαλής του. Παράλληλα, εξαφάνιζε
και κάθε ίχνος ενοχής και τύψεων, που όφειλαν να αισθάνονται οι
επικεφαλής του. Γιατί, τι άλλο μπορεί να αισθάνεται όποιος διοικεί ή
διευθύνει ένα ίδρυμα, έναν οργανισμό ή έστω μιαν εταιρεία όταν αφήνει
τους υπαλλήλους του να εργάζονται ανάμεσα σε ψύλλους και τρωκτικά. Και
σε συνθήκες που προκαλούν κακή ποιότητα αέρα στο χώρο εργασίας, με ό,τι
κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Επί 17 ολάκερα χρόνια, βασάνιζαν την Ευδοκία, αμφισβητώντας και τις
ιατρικές διαγνώσεις και τις γνωματεύσεις των ειδικών για την ασφάλεια σε
χώρους εργασίας. Αρνούνταν τα πάντα. Οι φωστήρες του Ιδρύματος, ουσιαστικά πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι η Ευδοκία δεν ήταν ασθενής.
Ότι οι συνθήκες εργασίας στο φρικτό κτήριο τους ήσαν άψογες. Ότι, ακόμη
και αν όντως η κοπέλα παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα υγείας, δεν οφειλόταν
στο κτήριο του Ιδρύματος.
Τραγικοί διοικούντες και τραγικοί διευθυντές, ροκάνιζαν το χρόνο με
αναβολές επί αναβολών, με δίκες εντός δίκης, με αμφισβήτηση μαρτύρων.
Διαιωνίζοντας το πρόβλημα μιας γυναίκας, η οποία είδε την υγεία της να
καταστρέφεται σε ηλικία νέα. Φέρνοντάς την στα όρια της απόγνωσης.
Μέχρι που ήρθε μετά από 17 χρόνια η δικαστική απόφαση! Καταπέλτης για τους Αϊνστάιν του ΡΙΚ. Κι εδώ προκύπτει το κορυφαίο αμάρτημά τους: Μετά
από 17 χρόνια, ορθότατα το δικαστήριο, εκτόξευσε το ποσό της
αποζημίωσης. Μαζί εκτοξεύθηκαν και οι τόκοι. Μαζί εκτοξεύθηκαν και τα
δικηγορικά έξοδα. Όλα μαζί, πιθανώς, να αγγίξουν το €1,5 εκατ.
Αν στα πρώτα χρόνια, όλοι αυτοί οι «σοφοί» αναγνώριζαν το πρόβλημα και
την ευθύνη του Ιδρύματος, θα μιλούσαμε για εξαιρετικά μικρότερη
αποζημίωση.
Βεβαίως, το θέμα δεν είναι το μέγεθος της αποζημίωσης. Δικαίως να την
πάρει ένας άνθρωπος, που επλήγη η υγεία του τόσο σοβαρά σε συνθήκες
εργασίας. Το μέγα θέμα, όμως, είναι ότι την αποζημίωση μαμούθ δεν θα την
πληρώσουν όλοι αυτοί οι φωστήρες του ΡΙΚ αλλά οι φορολογούμενοι
πολίτες.
Σε ένα κανονικό κράτος, θα κινούντο οι διαδικασίες τιμωρίας όλων
αυτών, που η αδιαφορία και η αναλγησία τους προκάλεσε μέγιστη ταλαιπωρία
στην Ευδοκία αλλά και βαρύτατο κόστος στο δημόσιο.
Μια φορά κι ένα καιρό, όχι στα πολύ παλιά τα χρόνια, εμφανίστηκε στο
νησί ένας κύριος για τον οποίο οι συστάσεις έλεγαν πως έχει
δισεκατομμύρια. Που τα βρήκε, κανείς δεν ήξερε, ούτε και ρώτησε. Ήταν
μεγάλη τύχη να θέλει ένας δισεκατομμυριούχος να γίνει Κύπριος. Τι
παράπονο είχε από την πατρίδα του επίσης κανείς δεν γνώριζε, αλλά
έδειχνε με κάθε τρόπο τη μεγάλη του επιθυμία να την απαρνηθεί και να
ασπαστεί ακόμα και τον χριστιανισμό. Έκανε μάλιστα εισφορά 300,000 ευρώ
στον αρχιεπίσκοπο του νησιού για να ενισχύσει το θεάρεστο έργο της
Εκκλησίας (και να σπρώξει λίγο και την αίτηση του για κυπριακό
διαβατήριο). Ένας από τους άρχοντες του τόπου φρόντισε να του βρει και
σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Το είχε κτίσει ένας συγγενής του και θα του το
έδιναν σε καλή τιμή, κάτι εκατομμύρια (ψιλά για ένα δισεκατομμυριούχο
που δεν ίδρωσε για να τα κερδίσει). Το μόνο μειονέκτημα: ναι μεν η
θάλασσα απλωνόταν ακριβώς κάτω από την έπαυλη, δεν είχε όμως άμεση
πρόσβαση. Να βγαίνει από τη βεράντα του και να μπαίνει κατευθείαν στο
νερό. Να είναι παραδίπλα και το γιοτ του να πηδά σ’ αυτό με ευκολία.
«Μην στεναχωριέσαι, του είπανε οι ιθαγενείς. Όλα μπορούν να γίνουν. Here
is Cyprus. Κατσάβραχα είναι, έτσι κι αλλιώς, θα τα κόψουμε και θα
φτιάξουμε έναν ωραιότατο κολπίσκο με αμμουδερή παραλία». Όπως και έγινε,
χωρίς να πάρει –τάχα- κανένας μυρωδιά. Μας πήρανε όμως χαμπάρι στη
ξενιτειά και στήνοντας μας παγίδα, μαθεύτηκαν τα μυστικά της επιχείρησης
πώλησης διαβατήριων και βιλών.
Και μάθαμε οι φτωχοί ιθαγενείς, πως χάρη του οποιοδήποτε Τζο Λο
είμαστε έτοιμοι να μετακινήσουμε όχι μόνο βράχια, αλλά και την Πέτρα του
Ρωμιού και βουνά άμα το θέλει ο πελάτης. Θυσιάσαμε Θαλασσινές Σπηλιές,
αλλοιώσαμε δημοτικά πάρκα, αλλάξαμε τη ροή ποταμών, σχεδιάσαμε λεωφόρους
στον Ακάμα, τσιμεντώσαμε όλους τους λόφους που είχαν θέα προς την
θάλασσα, θάψαμε αρχαιολογικούς χώρους και τους μετατρέψαμε σε οικόπεδα
πριν πάρουν χαμπάρι οι αρχαιολόγοι, κόψαμε την θέα προς την θάλασσα για
τους ντόπιους σε βαθμό που σε λίγο δεν θα νοιώθουν πως βρίσκονται σε
νησί περιτριγυρισμένοι από θάλασσα. Του Τζο Λο προηγήθηκαν άλλοι.
Θυσιάσαμε τράπεζες, κουρευτήκαμε, χάσαμε τα σπίτια μας για κάποιους που
ανέμισαν σε μια ελίτ ντόπιων τα εκατομμύρια τους. Τώρα κάναμε ανέκδοτο
τον Μαλαισιανό Τζο Λο για να απαλύνουμε τον πόνο, αλλά η ιστορία
προφανώς θα επαναληφθεί με τον ίδιο τρόπο. Αρκεί να εμφανιστεί ένας νέος
Τζο Λο.
Δείξε μου πως μιλάς να σου πω ποιος είσαι. Αν λ.χ. είσαι βουλευτής
και η ποιότητα των επιχειρημάτων σου είναι αντίστοιχη όσων ακούγονται
στα καφενεία, απο-καλύπτεις αφενός τη συγκρότησή σου, αφετέρου την
αντίληψη που έχεις για το ρόλο σου και τους θεσμούς.
Εύλογα, απαιτούμε οι βουλευτές μας να στέκονται στο ύψος τους
αξιώματός τους. Αναμένουμε η επιχειρηματολογία τους να είναι ορθολογική·
η κριτική τους, όσο έντονη κι αν είναι, να είναι εποικοδομητική, όχι
κατεδαφιστική· η αντίληψη του ρόλου τους να αποπνέει υπευθυνότητα και
έγνοια για το κοινό καλό, όχι την άγρα μιντιακών εντυπώσεων ή έκφραση
μεροληψίας.
Στην Επιτροπή Παιδείας της Βουλής, ο βουλευτής της ΔΗΠΑ κ. Τρυφωνίδης
δεν περιορίστηκε να ασκήσει θεμιτή κριτική για την καθυστέρηση του
Πανεπιστημίου Κύπρου (ΠΚ) να ανεγείρει φοιτητικές εστίες, αλλά προέβη σε
μια σοβαρή καταγγελία: «είναι κοινό μυστικό», είπε, σύμφωνα με το
δημοσιογραφικό ρεπορτάζ (Φιλελεύθερος, 15/2/24), «ότι στην περιοχή του
Δήμου Αγλαντζιάς σκοπίμως κάποιοι λάδωναν ιθύνοντες στο Πανεπιστήμιο
Κύπρου για να μη χτίζονται οι αναγκαίες εστίες και να επωφελούνται είτε
εργολάβοι, είτε ιδιοκτήτες πολυκατοικιών […]». Επανέλαβε την καταγγελία
αυτή στην τηλεοπτική εκπομπή της Κάτιας Σάββα στον Alpha (15/2/24). Πολύ
σωστά το ΠΚ αντέδρασε έντονα, καλώντας τον βουλευτή να καταθέσει όποια
στοιχεία έχει στην Αστυνομία.
Τι απάντησε ο κ. Τρυφωνίδης; Ανέφερε ότι τα στοιχεία του
περιλαμβάνουν «πληροφορίες που είχα από πολλούς πολίτες». Το επανέλαβε
στην εκπομπή του Alpha: «πολίτες του Δήμου Αγλαντζιάς» του είπαν ότι
«ακούγονταν» φήμες για «σκόπιμη καθυστέρηση», υπονοώντας ότι δίνονταν
μίζες. Ο κ. Τρυφωνίδης όχι μόνο δεν προσκόμισε ούτε ένα στοιχείο για να
τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, αλλά δεν θεωρεί καν ευθύνη του
βουλευτή να ελέγχει την αξιοπιστία των πληροφοριών του πριν προβεί σε
δημόσιες καταγγελίες.
«Ο ρόλος του βουλευτή», είπε, «είναι να μεταφέρει στοιχεία,
πληροφορίες και καταγγελίες των πολιτών στην αρμόδια επιτροπή του
κοινοβουλίου». Σοβαρά; Ο αξιότιμος βουλευτής βάζει πολύ χαμηλά τον πήχη
(γιατί άραγε;). Φαντάζεστε, κατ’ αναλογία, την Αρχή Κατά της Διαφθοράς ή
την Ελεγκτική Υπηρεσία να δημοσιοποιούν καταγγελτικά κάθε ανώνυμη
καταγγελία που λαμβάνουν; Θα κατέρρεε κάθε εγγύηση προστασίας της
υπόληψης που παρέχει το κράτους δικαίου.
Ο κ. Τρυφωνίδης φρονεί διαφορετικά. Καλεί στεντορείως τον Γενικό
Ελεγκτή να διερευνήσει «ατασθαλίες και ολιγωρίες», βασιζόμενος στο τι
«ακούγονταν»! Ο βαθμός αξιοπιστίας ή η πιθανώς ιδιοτελής προέλευση των
φημών ουδόλως τον ενδιαφέρει. Αδιαφορεί αν οι ατεκμηρίωτες καταγγελίες
του σπιλώνουν έναν ευυπόληπτο οργανισμό και συκοφαντούν άξιους
λειτουργούς του. Προσέξτε, επίσης, πως συνδέει στην ίδια πρόταση τις
«ατασθαλίες» με τις «ολιγωρίες», υπονοώντας ότι είναι ισοδύναμα
φαινόμενα. Οι «ατασθαλίες» είναι οικονομικά σκάνδαλα, ενώ οι «ολιγωρίες»
παραπέμπουν σε γραφειοκρατική αδράνεια. Πρόκειται για δύο διαφορετικά
φαινόμενα (το ένα είναι πρόβλημα παραβίασης της νομιμότητας, το άλλο
πρόβλημα διοικητικής λειτουργίας), τα οποία ο λαϊκισμός του εντιμότατου
βουλευτή συμφύρει.
Η αντιθεσμική συμπεριφορά δεν έχει πολιτικό χρώμα. Εμφανίζεται,
ιδιοτελώς, ακόμη και σε πολιτικούς οι οποίοι ενώ λένε ότι υπερασπίζονται
το δημόσιο πανεπιστήμιο, το υπονομεύουν όταν αυτό κάνει επιλογές με τις
οποίες διαφωνούν. Σέβονται την ακαδημαϊκή αυτονομία του αρκεί να
αποφέρει ευνοϊκά γι αυτούς αποτελέσματα. Μεταμφιέζουν τη μεροληψία τους
σε έγνοια για καθολικές αξίες.
Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ κ. Χριστοφίδης μίλησε,
στην ίδια συνεδρία της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής, «για
επαναλαμβανόμενη δίωξη καθηγητή λόγω πολιτικών πεποιθήσεων από την
Φιλοσοφική Σχολή, υπογραμμίζοντας ότι πριν μια εβδομάδα δικαιώθηκε ο
συγκεκριμένος από τη Σύγκλητο» (Φιλελεύθερος, 15/2/24). Προσκόμισε
κάποιο στοιχείο που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό περί πολιτικής δίωξης;
Κανένα. Γνωρίζει σε βάθος όλη την υπόθεση; Αμφιβάλλω πολύ. Από που
αντλεί τις πληροφορίες του; Πιθανότατα από κομματικούς φίλους του στο
ΠΚ. Γιατί θεωρεί τις «πληροφορίες» τους αξιόπιστες, κι όχι ιδιοτελώς
υποκινούμενες; Που θεμελιώνει την πολιτικοποίηση ενός αμιγώς ακαδημαϊκού
θέματος; Γιατί να μην υποθέσουμε ότι εκδηλώνει μεροληπτικό ενδιαφέρον
υπερ κάποιου, μεταμφιέζοντας ευνοιοκρατικά κίνητρα σε κοινώς αποδεκτές
αξίες (αποτροπή πολιτικών διώξεων); Πόσο υπεύθυνο είναι να σπιλώνει μια
ολόκληρη Σχολή; Περιέργως, οι αρχές του ΠΚ σιώπησαν. Την ακαδημαϊκή
ακεραιότητα του ΠΚ υπερασπίστηκε μόνο η Φιλοσοφική.
Τι θα έκανε ένας ορθολογικός και υπεύθυνος βουλευτής, σε αυτές τις
δυο περιπτώσεις; Πρώτον, θα ερευνούσε την αξιοπιστία των καταγγελιών.
Δεύτερον, αν έβρισκε στοιχειωδώς αξιόπιστα τεκμήρια, θα τα έθετε υπόψη
των θεσμικώς αρμοδίων (Πρύτανης και Πρόεδρος Συμβουλίου στην περίπτωση
Τρυφωνίδη, Κοσμήτορας Φιλοσοφικής και Πρύτανης στην περίπτωση
Χριστοφίδη), ζητώντας τους εξηγήσεις. Τρίτον, αν δεν θεωρούσε
ικανοποιητικές τις εξηγήσεις, θα έθετε το θέμα, κατά περίπτωση, σε άλλα
αρμόδια σώματα (π.χ. Συμβούλιο ΠΚ, Ελεγκτική Υπηρεσία, Βουλή, κλπ.)
ζητώντας λογοδοσία.
Όταν, με άλλα λόγια, ασκείς ορθολογική κριτική με αίσθημα ευθύνης,
μετράς τα λόγια σου, σε ενδιαφέρει η αλήθεια, και εποικοδομητικά
επιζητείς τη βελτίωση του δημόσιου οργανισμού, δεν ρίχνεις μπαλοθιές,
ούτε κάνεις θεσμικό ανταρτοπόλεμο. Η ορθολογική προσέγγιση είναι
κοπιαστική, γιατί ο κριτής επωμίζεται, κατ’ αρχήν, το βάρος της
απόδειξης. Η σκανδαλοθηρική προσέγγιση είναι άκοπη – δεν χρειάζεται να
κάνεις κάτι, μόνο να μεταφέρεις τι «άκουσες». Στην πρώτη προσέγγιση
προσφεύγουν οι σοβαροί και συνετοί, στη δεύτερη οι δημαγωγοί και
ιδιοτελείς.
*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και Αντεπιστέλλον Μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών (www.htsoukas.com). Τοβιβλίοτου «Leadership as Masterpiece Creation: What Business Leaders Can Learn from the Humanities about Moral Risk-Taking» (μετουςC. Spinosa καιM. Hancocks), κυκλοφορείαπότοMIT Press.
Τι μετέφερε τελικά η εμπορική αμαξοστοιχία 63501; Στο ερώτημα έχει απαντήσει ήδη από τον Μάρτιο του 2023 η HellenicTrain,
αναφέροντας ότι στα δύο πρώτα κοντέινερ, που είναι εντελώς άθικτα,
μεταφέρονταν μπίρες και τρόφιμα. Στα υπόλοιπα τρία, μεταφέρονταν πλάκες
σιδήρου, οι οποίες διασκορπίστηκαν παντού στο σημείο.
Την ανακοίνωση τότε υπέγραφε ο διευθύνων σύμβουλος της HellenicTrain
(HT), Mαουρίτσιο Καποτόρτο. Λίγους μήνες μετά, ο ίδιος άνθρωπος, στην
Εξεταστική της Βουλής αυτή την φορά, αρνούνταν να υπογράψει την κατάθεσή του, υπό τη δαμόκλειο σπάθα της ψευδορκίας. Τυχαίο γεγονός, θα πει κάποιος.
Ίσως…
Γιατί πρέπει να γνωρίζουμε;
Αυτό που πάντως σταδιακά ξεφεύγει από τη σφαίρα του «τυχαίου», αφορά
τις ουσίες που βρέθηκαν στην εξωτερική επιφάνεια της εμπορικής
αμαξοστοιχίας. Ήδη από τον Ιούλιο του 2023, «ΤΑ ΝΕΑ»
μιλούσαν για την απόρριψη της επίσημης άποψης σχετικά με την έκρηξη,
σύμφωνα με την οποία, αυτή οφείλονταν αποκλειστικά στα λάδια σιλικόνης
των μετασχηματιστών της αμαξοστοιχίας. Πρόσφατα, η γνωστοποίηση εύρεσης
από το Γενικό Χημείο του Κράτους (ΓΧΚ) μεταξύ άλλων ξυλολίου,
τουλουολίου και βενζολίου, υλικών με εκρηκτικές ιδιότητες, έδωσε νέα
τροπή στην υπόθεση , με τον τεχνικό σύμβουλο των συγγενών των θυμάτων,
κύριο Βασίλη Κοκοτσάκη να επισημαίνει ότι τα εν λόγω χημικά στοιχεία
υπήρχαν στα έγγραφα του ΓΧΚ ήδη από τον Μάρτιο του 2023, με την
ανακριτική αρχή όμως να «βλέπει» μόνο το πιο ακίνδυνο από τα υλικά αυτά,
που δεν ήταν άλλο από το έλαιο σιλικόνης. Γιατί;, είναι το ερώτημα που
προκύπτει εδώ. Ωστόσο, η στήλη δεν είναι κατάλληλη να απαντήσει. Εμείς
απλώς θέτουμε ερωτήματα. Θέλουμε να γνωρίζουμε. Ειδικά όταν μαρτυρίες
διασωθέντων αναφέρουν ότι στο «βαγόνι Β2 (πίσω από το κυλικείο) που καιγόταν» άκουγαν «ανθρώπους να ουρλιάζουν».
Κουβαλούσε παράνομο φορτίο;
Ξαναλέμε: Σύμφωνα με την HT, δεν υπήρχε τίποτα μεμπτό στο φορτίο της
εμπορικής αμαξοστοιχίας. Ωστόσο, ο έμπειρος αστυνομικός συντάκτης των
«ΝΕΩΝ», Βασίλης Λαμπρόπουλος έχει μιλήσει ευθέως για υλικά που συνήθως
παράγονται στη Βουλγαρία και με διάφορους τρόπους μεταφέρονται σε
δεξαμενές λαθρεμπόρων καυσίμων στη Δυτική Αττική με σκοπό τη νόθευση και
τη διανομή στα πρατήρια βενζίνης.
Βγήκε κανείς να τον εγκαλέσει για αυτά που έγραφε τον Ιούλιο του
2023; Βγήκε μήπως κάποιος να διαψεύσει τα έγγραφα κρατικών φορέων, αλλά
και σχετικών πανεπιστημιακών μελετών που αναφέρουν ότι τα ίχνη του
κυκλικού υδρογονάνθρακα ξυλολίου αποτελούν έναν «από τους έξι τρόπους νοθείας» ως «πρόσμειξη χημικών ενώσεων, όπως ξυλόλιο, τουλουόλιο και βενζόλιο, σε υγρά καύσιμα»; Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, όχι!
Βέβαια, αυτό δεν αποκλείει την περίπτωση να ήταν άλλη η χρήση τους,
μολονότι εδώ κι αρκετό καιρό έχει επισημανθεί από τους τεχνικούς
συμβούλους των οικογενειών ότι ακόμη κι αν το ξυλόλιο φερειπείν είχε
χρησιμοποιηθεί ως διαλύτης χρωμάτων ή είχε προκύψει από την καύση
ορισμένων πλαστικών, αυτό δεν δικαιολογεί την ανεύρεσή του στις
εξωτερικές πλευρές των τμημάτων της εμπορικής αμαξοστοιχίας.
Συνετέλεσαν στην έκρηξη που σημειώθηκε;
Επομένως, το ερώτημα αν και κατά πόσο αυτά τα υλικά συνετέλεσαν στην έκρηξη κατά την σύγκρουση των τρένων παραμένει. Ο «Ημεροδρόμος» επικοινώνησε με ανθρώπους που παρακολουθούν στενά την υπόθεση, απευθύνοντάς τους το συγκεκριμένο ερώτημα. «Εάν μεταφέρονταν αυτή η ουσία, πραγματικά θα είχε καεί ο τόπος»,
λένε χαρακτηριστικά. Ωστόσο, για να έχουμε την πλήρη εικόνα του
ρεπορτάζ, σε δημοσιογραφικές έρευνες έχει ειπωθεί ότι οι εμπειρογνώμονες
εκ μέρους των οικογενειών έχουν επισημάνει πως «η τυχόν ανατίναξη
δεξαμενής ή άλλου φορτίου με ξυλόλιο αντιστοιχεί στην έκρηξη- με
διάμετρο της πύρινης σφαίρας στα 70- 80 μέτρα- που σημειώθηκε στα
Τέμπη».
Για τις ανάγκες του άρθρου, επικοινώνησα με ειδικό προκειμένου να
ξέρω σε τι ποσότητα χρειάζεται να ήταν αποθηκευμένα τα συγκεκριμένα
υλικά ώστε να δημιουργηθεί η έκρηξη. Όπως μου εξήγησε ο συνομιλητής μου,
με δεδομένο ότι μιλάμε για τρείς εξαιρετικά εύφλεκτες ουσίες, βλέποντάς
το λογικά, «θα έπρεπε να υπήρχε ικανοποιητική ποσότητα έστω και μιας από αυτές στον χώρο».
Παρόλα αυτά, οι ίδιες πηγές αναφέρουν πως δεν μπορούμε να είμαστε
σίγουροι σχετικά με την ποσότητα, καθώς για να συμβεί αυτό θα έπρεπε να
γνωρίζουμε «με κάποιον τρόπο τη θερμική ενέργεια που απελευθερώθηκε
από την έκρηξη, αλλά και το ποσό “πυκνά” ήταν τα διαλύματα των ουσιών
που βρέθηκαν». Επομένως, στην παρούσα φάση, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε.
Πώς αντικρούεται το επίσημο πόρισμα για το έλαιο σιλικόνης;
Απ’ την άλλη, στη συνέντευξη
που παραχώρησε ο κύριος Κοκοτσάκης στον Ν. Μπογιόπουλο, αναφέρθηκε
ξεκάθαρα σε ένα φαινόμενο που δεν χαρακτηρίζεται ως απλό, αλλά ως «ένα
κατακλυσμιαίο φαινόμενο πυρκαγιάς μικρής –έστω- ποσότητας πτητικών
υλικών» που είναι όμως «ικανό και αρκετά μεγάλο για να δημιουργήσει αυτό
που δημιούργησε». Μπορεί η κοπή των καλωδίων τροφοδοσίας
των ηλεκτραμαξών ονομαστικής τάσης 25χιλ. Volt, σε συνδυασμό με το
εκνέφωμα (σ.σ. σπρέι σιλικόνης) των μετασχηματιστών να δημιουργήσουν
κάτι τέτοιο, όπως ισχυρίζονται οι Αρχές; Δεν ξέρω. Δεν είμαι ειδικός.
Εκείνοι όμως που είναι αναφέρουν ότι το έλαιο σιλικόνης των
μετασχηματιστών είναι κατηγορίας Κ3, εν ολίγοις είναι δύσφλεκτο και δεν
μπορεί να καταταχθεί στις επικίνδυνες ουσίες κάτω από οποιαδήποτε
ταξινόμηση.
Οι ίδιοι αναφέρουν ακόμη ότι η ανεύρεση της εν λόγω ουσίας σε όλο τον
χώρο της καταστροφής, μα και στα ρούχα πολλών από τους διασωθέντες
μαρτυρά ότι δεν καταναλώθηκε στην τεράστια ανάφλεξη, αλλά «παρέμεινε στον χώρο κατά την άκαυστη αρχική του μορφή»(εφ. «ΤΑ ΝΕΑ», 18/7/2023).
Ποιος έστειλε τα εμπορεύματα και -κυρίως- ποιος θα τα παραλάμβανε;
Το θολό τοπίο των καπνών και του θανάτου των πρώτων στιγμών μετά την
καταστροφή στα Τέμπη, εδώ και κάποιους μήνες έχει δώσει τη θέση του σε
μια…θολούρα σχετικά με τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή
συνέβη. Μια πτυχή αυτού του σκιώδους περιβάλλοντος ακουμπά και τον/τους
αποστολέα/εις, καθώς και τον/τους παραλήπτη/ες των εμπορευμάτων της
αμαξοστοιχίας με την οποία συγκρούστηκε το Intercity.
Η ελληνική νομοθεσία, έχοντας ενσωματώσει τις Οδηγίες του ΕΚ
2016/797, 2016/798 ΚΑΙ 2016/2370, στο Άρθρο 55 ορίζει ως «αποστολέα» την
επιχείρηση που αποστέλλει εμπορεύματα, είτε επ’ ονόματι της, είτε για
λογαριασμών τρίτων και ως «παραλήπτη», κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που
παραλαμβάνει τα προϊόντα βάσει σύμβασης μεταφοράς. Στον ίδιο ορισμό (Ορ.
24) προβλέπεται μάλιστα ότι αν η μεταφορά λαμβάνει χώρα, χωρίς σύμβαση
μεταφοράς, παραλήπτης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που
αναλαμβάνει τα εμπορεύματα κατά την άφιξη.
Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να βρεθεί κάποιος να μας ενημερώσει ποιος έστειλε και ποιος θα παραλάμβανε τα φορτία;
Αφελές ερώτημα, το γνωρίζω. Άπαξ και τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή της HT, ο σκόπελος των προσωπικών δεδομένων για λόγους δημοσίου συμφέροντος μπορεί να ξεπεραστεί μόνο κατόπιν δικαστικής εντολής.
Έγκλημα και τιμωρία
Δεν ξέρω, αλλά αν ήμουν στην θέση των μεγάλων κεφαλών της
HellenicTrain θα ήθελα να απαντηθούν όλα τα ερωτήματα. Να μην υπάρχει
καμία σκιά πάνω από την εταιρία. Tο ίδιο ισχύει και για την δικαιοσύνη.
Διατηρώ όμως τις επιφυλάξεις μου. Και για τους δύο. Ιδίως όμως για τους
θεσμικούς προστάτες του δικαίου. Πώς αλλιώς, όταν ο Άρειος Πάγος, σαν
τυπικό γραφείο Τύπου κόμματος, έσπευσε να απαντήσει στο καταδικαστικό ψήφισμα
του ΕΚ για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, για το οποίο δεν απάντησε
ευθέως ούτε η κυβέρνηση, ούτε η Βουλή, ενώ αυτό καλούσε αποκλειστικά την
ελληνική κυβέρνηση να πράξει το τάδε ή το δείνα;
Στα μέρη μου, στα βόρεια των Τρικάλων, λένε ότι το ψάρι βρωμά απ’ το
κεφάλι. Το βλέπουμε άλλωστε και στην εξεταστική της Βουλής, όπου,
ελλείψει του ποινικού φακέλου, η όλη διαδικασία- με φωτεινή εξαίρεση την
κατάθεση της κυρίας Καρυστιανού- τείνει να καταλήξει σε μια απέραντη
αερολογία με έναν κύριο στόχο: Το κουκούλωμα της υπόθεσης.
Το ίδιο διαπιστώνουμε αν κοιτάξουμε και την περίπτωση του μπαζώματος,
μιας ενέργειας 100% παράνομης- όχι πλημμεληματικού χαρακτήρα- για την
οποία δεν γνωρίζουμε υπό την εντολή ποιου έλαβε χώρα.
Όμως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δικαιοσύνη θα αποδοθεί. Ακόμη κι
αν σε συμβολικό επίπεδο το ελληνικό κράτος επιχείρησε να κλείσει την
υπόθεση με την κατάθεση λουλουδιών από την πρόεδρο της Δημοκρατίας, στα
βαγόνια της ντροπής. Γιατί η ανάγκη γίνεται Ιστορία. Κι αν δεν φτάνουν
οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου για να το πιστέψουν όσοι σήμερα πακτώνουν
τους αρμούς της εξουσίας για να αποσιωπήσουν τις εγκληματικές τους
ευθύνες, ας του θυμίσουμε την υπόσχεση της κυρίας Καρυστιανού: «Και μόνη μου να μείνω… το έγκλημα στα Τέμπη δεν θα συγκαλυφθεί».
Όταν την περασμένη βδομάδα ανακοινωνόταν το ψηφοδέλτιο του
Δημοκρατικού Συναγερμού για τις ευρωεκλογές, αυτό που προκαλούσε
εντύπωση ήταν ο αποκλεισμός του Μάριου Πελεκάνου από την εξάδα.
Εντύπωση, γιατί μόλις το περασμένο καλοκαίρι, η συναγερμική βάση τον
εξέλεγε πρώτο σε σταυρούς προτίμησης για την αντιπροεδρία του κόμματος,
ενώ σήμερα, το κατεξοχήν πολιτικό σώμα του ΔΗΣΥ, το Πολιτικό Γραφείο,
έκρινε διά της ψήφου του ότι έπρεπε να μείνει εκτός ψηφοδελτίου.
Η αντίδρασή του ήταν ομολογουμένως άμεση, υποβάλλοντας παραίτηση από
την αντιπροεδρία του κόμματος. Και προτού κάποιος προλάβει να τον
πιστώσει με πολιτική ευθιξία, ότι δηλαδή εξέλαβε το αποτέλεσμα των
εσωκομματικών εκλογών ως τιμωρία για τον τρόπο που η ηγεσία χειρίστηκε
τις εκλογές, ο ίδιος άρχισε να αφήνει υπονοούμενα. Υπονοούμενα που
οδηγούσαν το κόμμα σε ακόμα μεγαλύτερη εσωστρέφεια και που αναιρούσαν το
επιχείρημα με το οποίο εξελέγη σύσσωμη η νέα ηγεσία. Αυτό της
περιβόητης ενότητας. «Η Κύπρος είναι μικρή και γνωριζόμαστε» είπε με
νόημα, ρίχνοντας μάλιστα βολές ότι αυτά που έγιναν στο παρασκήνιο
οδήγησαν στην παραίτησή του και αποτέλεσαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το
ποτήρι που γέμιζε εδώ και καιρό.
Όμως, αν ο Μάριος Πελεκάνος κατάφερε τόσο σύντομα να γίνει πολιτικός
αστέρας και να ανέλθει τελικώς στα ανώτατα δώματα της ηγεσίας του ΔΗΣΥ,
οφείλεται και στο παρασκήνιο που εκτυλισσόταν διαχρονικά εντός του
κόμματος. Από αυτό το σύστημα προτάχθηκε –για να μην πει κανείς ότι
χρησιμοποιήθηκε– η ακροδεξιά ρητορική που πρόθυμα αναπαρήγαγε για να
ανελιχθεί στο κόμμα. Η Κύπρος είναι μικρή και γι’ αυτό τον λόγο όλοι
γνώριζαν πως το παρασκήνιο που προωθούσε συγκεκριμένη δισταυρία
υποψήφιων βουλευτών και τον περιλάμβανε, ήταν αυτό που πολλαπλασίασε τις
ψήφους του στις βουλευτικές εκλογές. Αυτό το εσωκομματικό σύστημα ήταν
που τον επέλεξε κυβερνητικό εκπρόσωπο, αυτό το σύστημα τον ανέδειξε
αντιπρόεδρο του κόμματος. Όσο ο ίδιος ήταν ευνοημένος του συστήματος,
όσο ανέβαινε θεαματικά τις σκάλες της εξουσίας, δεν έβλεπε πουθενά το
παρασκήνιο. Όταν το ίδιο σύστημα αποφάσισε να ευνοήσει άλλους, φάνηκε
σοκαρισμένος από το πώς αυτό λειτουργεί.
Όμως ο Μάριος Πελεκάνος δεν αποτελεί την εξαίρεση. Η αντίληψή του για
το τι είναι η πολιτική θέση ευθύνης τείνει να μετατραπεί στον κανόνα.
Το είδαμε και με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ένα πρόσωπο που ευνόησαν
όσο κανέναν άλλον οι συγκυρίες, πλέον καταγγέλλει το σύστημα για την
εικόνα του που καταρρέει.
Το βλέπουμε και με την υπόλοιπη ηγεσία του ΔΗΣΥ, όσο ο ένας προσπαθεί
άγαρμπα να μετακυλήσει στον άλλο τις ευθύνες τού μπάχαλου που
εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Οι νεωτερισμοί, η εκ βάθρων ανανέωση
δεν αρκεί προφανώς για να ανατάξει τον ΔΗΣΥ και τον τόπο. Το κόμμα της
Δεξιάς βρίσκεται ίσως στην πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του.
Χρειάζεται πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένο πλάνο για το πώς θα οδηγήσουν
το κόμμα μακριά από την εσωστρέφεια. Πρόσωπα που αντιλαμβάνονται το
βάρος της ευθύνης που συνοδεύεται από τη θέση εξουσίας που κατέχουν.
Αυτό βεβαίως δεν αφορά μόνο τον ΔΗΣΥ αλλά την πολιτική, όπως
παράγεται ευρύτερα. Αυτό το πολιτικό σύστημα έχει χορτάσει από όσους
μπαίνουν τυχοδιωκτικά στην πολιτική αρένα για να αρπάξουν λαίμαργα
όσα περισσότερα μπορούν. Χρειάζεται τους τολμηρούς που είναι έτοιμοι να
αφομοιώσουν τους κραδασμούς για να επιβιώσει ο τόπος. Αυτούς που
αντιλαμβάνονται πως οι θέσεις εξουσίας συνοδεύονται συνήθως και με τη
δική τους προσωπική φθορά. Μία φθορά που είναι έτοιμοι και να
αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν.
Στο μεσοδιάστημα όμως θα παρακολουθούμε να μεταφράζουν τη θέση
ευθύνης ως το σκαλί για τη μετάβασή τους στις Βρυξέλλες, στην προεδρία
της Βουλής και στην προεδρία της Δημοκρατίας. Η ιστορία μέχρι σήμερα μας
δίδαξε πως ούτε το πολιτικό κεφάλαιο έχουν για να διαχειριστούν τις
μεγάλες κρίσεις ούτε τον πολιτικό χαρακτήρα που χρειάζεται για να
αντιμετωπίσουν τις ήττες με μεγαλοψυχία. Και πως στην αποχώρησή τους
προκαλούν μεγαλύτερο θόρυβο από ό,τι η ίδια η πολιτική τους πορεία.
Είναι
δυο κόσμοι υπαρκτοί και αντίθετοι. Ζουν μαζί, επικοινωνούν, διεισδύουν ο
μεν στον δε, επιδρούν και επηρεάζονται αλλήλως, παραχωρούν ανθρώπους
τους εναλλάξ — κυρίως από τους κάτω κάποιοι ανεβαίνουν στους πάνω και
επιτιμούν τους πρώην δικούς τους, περισσότερο σε ρόλους τρίτους ή
δεύτερους, υπηρετικούς ως επί το πλείστον, πιο επιθετικοί από τους
αυτόχθονες, καθώς προσήλυτοι χρειάζεται να αποδείξουν πρώτα στον εαυτό
τους τη νέα κατηγορία που «κατάκτησαν», όπως π.χ. οι γνωστοί της
τηλεόρασης.
Οι δυο κόσμοι υπάρχουν και συντηρούνται έτσι, κι όταν
έρθει η ώρα ξεχωρίζουν σαφώς και με ένταση. Οι μεν είναι οι θύτες. Και ο
θύτης δεν έχει έλεος, εξ ορισμού. Για να μπορείς να εγκληματείς
χρειάζεται «θάρρος» και η σχετική πεποίθηση. Ώστε μετά να μπορείς να
καμαρώνεις στην οθόνη πως έχεις κάνει ό,τι σου επιβάλλει η τάξη σου και η
ηθική της.
Κάθε μέρα ζούμε με τις εικόνες του καθησυχασμού. Και
του περιρρέοντος φόβου. Της ανασφάλειας μεν αλλά και της επανάπαυσης.
Τίποτα κακό δεν θα μας συμβεί, λέμε. Κι όσα γίνονται και ακούμε λέμε πως
δεν μας αφορούν, είναι των άλλων.
Αλλά είναι κάποιες φορές που
ξεσπάει μια καταιγίδα και αλλάζει το τοπίο. Και οι άλλοι γινόμαστε
εμείς. Οι άνεμοι σκορπάνε τις βεβαιότητες και τις εναπομείνασες
ασφάλειες. Και το καταπέτασμα του ναού (που λένε κι οι γραφές, ο
Ματθαίος για την ακρίβεια) σχίζεται στα δυο. Και τότε καθένας βρίσκεται
στον κόσμο που ανήκει. Οι ψευδαισθήσεις δεν παύουν, αλλά τα μάτια είναι
πιο καθαρά και πιο έτοιμα να καταλάβουν.
Τότε οι εικόνες γίνονται
σαφείς. Χάνουν τις αποχρώσεις και αποκαλύπτουν τις δυο όψεις με τόση
καθαρότητα που σε τυφλώνει και σε εξοργίζει μέχρι εξέγερσης.
Αν
υπερβάλλω αρκεί μια εφαρμογή. Ας τοποθετήσουμε δυο πρόσωπα του νεώτερου
δράματός μας, το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα απέναντι στο άλλο.
Μαρία Καρυστιανού, στη μια. Κώστας Καραμανλής στην απέναντι. Νάτοι οι κόσμοι, με πρόσωπο, όνομα και λόγια.
Η
μάνα του κόσμου μας δεν εννοεί να τα μαζέψει. Σκότωσαν, δολοφόνησαν την
κόρη της στα Τέμπη. Θα τους βόλευε μια θλιμμένη Παναγία που θα
αποσυρόταν στο πένθος και τη σιωπή. Μπορούν να διαχειριστούν τη σιωπή.
Δεν κάνει σαματά και βολεύει. Με δυο πατερημά κατά τη συμβουλή των
ανώτατων δικαστών και μια εξομολόγηση στον «πνευματικό» – η παλιά
δοκιμασμένη συνταγή για να μένουμε πειθήνιοι, ο Θεός επάνω κι ο
κυβερνήτης κάτω, ευλόγησον.
Ο αρμόδιος πολιτικός στην ίδια Βουλή,
καλείται να απολογηθεί, στους ανθρώπους, στο λαό «του», για τις ευθύνες
και την εγκληματική ανευθυνότητα. Αλαζονεία, αναλγησία, αδιαφορία,
έλλειψη συναισθήματος και, προφανώς καμία συντριβή.
Αυτοί
είναι δυο κόσμοι χωριστά, που δεν ενώνονται. Κι όσο περνάει ο καιρός
τόσο μεγαλώνει η απόσταση, ή τουλάχιστον γίνεται πιο φανερή.
Οι
δυο πολιτισμοί, οι δυο ηθικές αντιλήψεις, οι δυο πολιτικές και
κοινωνικές συμπεριφορές, μπορεί να αλληλοεπηρεάζονται, μπορεί να
μπερδεύονται κάνοντας συχνά τα όρια ασαφή, μπορεί να μεσολαβεί η ομίχλη
και η σκόνη που σκορπίζουν τα αρμόδια μέσα και όργανα, αλλά όταν έρχεται
η ώρα αποκαλύπτουν τη βαθιά χαράδρα που τους χωρίζει.
Όταν οι
κάτω αποφασίζουν πως δεν είναι η απελπισία του ανέφικτου και του
αναποτελεσματικού που πρέπει να τους ορίζει, αλλά η απόφαση της
αντίστασης.
Και τότε η ήττα, κάθε ήττα, αγώνων, επιδιώξεων, ονείρων, μπορεί να γίνει το αντίθετό της.
Όσο και να ονειρεύεται ο σοφός δάσκαλος ένα διαφορετικό,
φωτισμένο εκπαιδευτικό σύστημα, αυτό είναι άκρως αδύνατο να χτιστεί αν
δεν σπάσουν προηγουμένως τα διαχρονικά καρκινώματα
Σύμφωνα λοιπόν με τις πρόσφατες τοποθετήσεις της υπουργού
Παιδείας του νησιού, δρομολογούνται σύντομα, την επόμενη σχολική χρονιά,
σημαντικές αλλαγές στα σχολεία, με μια εκσυγχρονιστική διάθεση.
Επικαιροποιείται η ύλη, εκσυγχρονίζονται τα αναλυτικά, εισάγονται νέες
τεχνολογίες, ρομποτική, τεχνίτη νοημοσύνη και εισάγονται δράσεις που θα
προσφέρουν δεξιότητες και ικανότητες στους μαθητές.
Εάν διαβάσει κανείς ολόκληρο το σκεπτικό -στόχο- του Υπουργείου
Παιδείας, δεν μπορεί παρά να μείνει άναυδος. Βεβαίως, όλα τα πιο πάνω
και άλλα τόσα που εδώ και έξι μήνες σύμφωνα με την υπουργό
δρομολογούνται, μόνο χαρά και ικανοποίηση μπορεί να φέρουν στον
εκπαιδευτικό μας κόσμο. Άραγε είναι αλήθεια; Αναρωτιούνται οι
κουρασμένοι του τόπου εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων. Μήπως παρόμοιες
εξαγγελίες ακούστηκαν πολλές φορές από τους εκάστοτε υπουργούς των
γραμμάτων; Βεβαιότατα ναι. Γιατί τότε τίποτε έως σήμερα δεν λειτούργησε
βελτιωτικά;
Η απάντηση είναι σκληρή. Διότι όσο και να ονειρεύεται ο σοφός
δάσκαλος ένα διαφορετικό, φωτισμένο εκπαιδευτικό σύστημα, αυτό είναι
άκρως αδύνατο να χτιστεί αν δεν σπάσουν προηγουμένως τα διαχρονικά
καρκινώματα - βασίλεια των σχολείων και των δαιδαλωδών δωματίων του
Υπουργείου Παιδείας. Θα μειωθούν οι 4 παντελώς αχρείαστες ώρες των
αρχαίων ελληνικών στα γυμνάσια; Και αν μειωθούν, θα δοθούν ας πούμε στη
γεωγραφία ή στη βιολογία ή στην ελεύθερη λογοτεχνία ή στη γυμναστική; Θα
δεχτούν οι φιλόλογοι να τους πάρουν τα καθιερωμένα; Δεν …προβλέπεται.
Αρκεί να αποκοιμίζει έστω και ένα μάθημα τους μαθητές, για να παραμένουν
υπνωτισμένοι όλη τη μέρα. Η απογοήτευση βλέπεις θέλει χρόνο να
ξεπεραστεί. Τα αχρείαστα γραμματικά φαινόμενα που διδάσκονται πολλές
ώρες στο μάθημα της γλώσσας θα διαγραφούν από τις σοφές επιτροπές;
Ρώτησε κανείς τους μαθητές ποια από τα κομμάτια της ύλης τους βρίσκουν
χρήσιμα; Οι μαθητές συνέχεια καθημερινά ρωτάνε μόνο ένα πράμα. Πού θα
μου χρησιμεύσει κυρία να ξέρω για τα ζιγκουράτ και τις δευτερεύουσες
προτάσεις; Δεν κατάφερε το εκπαιδευτικό μας σύστημα να δώσει ούτε καν
τις πρώτες απαντήσεις τις βασικές. Αυτές που θα κάνουν τον μαθητή να
νιώσει το σχολείο του ως κάτι το ελκυστικό και ελπιδοφόρο.
Τι θα αλλάξει σε έξι μήνες άραγε; Τα παιδάκια του δημοτικού με
τον απέραντο φόρτο της κατ' οίκον εργασίας θα απελευθερωθούν να
ανακαλύψουν το παιχνίδι στις γειτονιές; Οι γειτονιές της Κύπρου είναι
γεμάτες αναγνωστήρια. Πόσα από αυτά θα κλείσουν επειδή με το νέο σύστημα
θα παταχθεί η βαθμοθηρία; Θα μπορεί η δασκάλα της πρώτης δευτέρας
δημοτικού να νιώσει χαλαρή στη δουλειά της, να αυτενεργεί χωρίς να
γίνεται νευρωτική από τις απαιτήσεις της βαριάς ύλης; Θα μπορεί ο κύριος
Νίκος ο δάσκαλος να κάνει κάποια μαθήματα για την ιστορία της μουσικής
που τόσο αγαπά; Να διαβάσει στίχους με τους μαθητές του και ίσως να
γράψουν και μαζί ένα τραγούδι επειδή προλαβαίνει; Θα έχουν χρόνο
καθημερινά οι μαθητές να διαβάζουν τις ειδήσεις, την επικαιρότητα και να
τη σχολιάζουν; Όλα αυτά μήπως θα γίνουν στα υφιστάμενα πλαίσια
μαθημάτων, δηλαδή δεν θα γίνουν;
Στα σεμινάρια έφτασαν οι επιθεωρητές, οι απογοητευμένοι που
κανένας Κύπριος μαθητής δεν διαβάζει λογοτεχνία, να προτρέπουν τους
φιλολόγους να παίρνουν τους μαθητές τους… βόλτες στη βιβλιοθήκη να
μετροφυλλίσουν κάποιοι βιβλίο. Όπως περίπου παρατηρεί ένα μωρό τα
μυρμήγκια που κουβαλούν τους σπόρους, ή μια πεταλούδα την άνοιξη. Η
εκπαίδευση ενός τόπου πρέπει να είναι η μόνιμα ανθισμένη ελπίδα του. Θα
φυτέψουν δέντρα οι μαθητές; Θα τους αφήσουν; Και σε ποιο μάθημα; Οι
μαθηματικοί θα σταματήσουν να κυνηγούν καταϊδρωμένοι ώρες από άλλα
μαθήματα; Τη γυμναστική πολλές φορές στα δημοτικά τα παιδάκια τη χάνουν
γιατί οι δασκάλες δεν προλαβαίνουν να καλύψουν την ύλη τους. Αυτά είναι
μόνο το λιθαράκι των προβλημάτων. Οι εξουσίες στην κυπριακή εκπαίδευση
είναι πολλές και είναι από κουγκρί. Όπως η τσάντα που κουβαλά η μικρή
Μαρία, ο Γιώργος και ο Γιάννης που έπαθαν σκολίωση και τρέχει η μάμα και
ο παπάς στους ορθοπεδικούς. Μάμα, πονώ τη μέση μου, τα γόνατα, τα χέρια
μου, κουβέντα που ακούγεται καθημερινά στα κυπριακά σπίτια. Ας είμαστε
όμως αισιόδοξοι. Μπορεί κάτι να αλλάξουν οι πολυάριθμες επιτροπές. Έτσι
απαλά, χωρίς να σπάσουν αβγά. Χωρίς να καταλάβει κανένας τίποτε…
«Να κοπεί το χέρι μου αν ψηφίσω Συναγερμό», «Να κοπεί το χέρι μου αν
ψηφίσω ΑΚΕΛ»… Φράσεις που επικράτησαν ταυτίζοντας το ΔΗΣΥ με το
πραξικόπημα του ’74 και το ΑΚΕΛ με τον μπαμπούλα του κομμουνισμού.
Δεκαετίες μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και μισό
αιώνα μετά το πραξικόπημα, και τα δύο καλά κρατούν, φροντίζοντας τα ίδια
τα κόμματα να τα ανασύρουν, όχι λόγω έλλειψης άλλων επιχειρημάτων (δόξα
τω θεώ υπάρχουν πολλά να πει κανείς), αλλά γιατί λειτουργούν πολύ πιο
εύκολα στο θυμικό των ψηφοφόρων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ηγεσία του ΔΗΣΥ προτιμά να κοπούν τα χέρια
της παρά να στηρίξει την υποψηφιότητα ΑΚΕΛικού. Έστω κι αν ο εν λόγω
ΑΚΕΛικός παρουσιάζεται ως το απόλυτο φαβορί. Έστω κι αν τα δείγματα
γραφής που έχει δώσει στην 7χρόνη θητεία του ως δήμαρχος της Λάρνακας
κανένα φόβο δεν μπορούν να προκαλούν για έλευση του κομμουνισμού. Κάθε
άλλο. Ακόμα και οι μεγαλοεπιχειρηματίες της πόλης, με τα μεγάλα
οικονομικά συμφέροντα, εμφανίζονται στο πλάι του αναγνωρίζοντας το έργο
που έχει επιτελέσει και το μοντέλο ανάπτυξης που προωθεί.
Εντούτοις, η ηγεσία του κόμματος που θεωρητικά (και ηλικιακά)
ευαγγελίζεται το νέο με ότι αυτό συνεπάγεται, στην πράξη επιμένει σε
παλαιικές, εν πολλοίς συναισθηματικές τοποθετήσεις, με αποτέλεσμα να
δέχεται το ένα χαστούκι μετά το άλλο από στελέχη που δεν θέλουν να
υποδυθούν το ρόλο της Ιφιγένειας για την τιμή των όπλων. Όσοι έχουν
προσεγγιστεί μέχρι σήμερα για το ρόλο (και δεν είναι λίγοι), έχουν
αρνηθεί αφήνοντας το ΕΛΑΜ να καλύψει τους δεξιούς ψηφοφόρους –τους
πιστούς στο δόγμα του να «μου κοπούν τα χέρια»- αφού είναι το μοναδικό
κόμμα που διεκδικεί τη δημαρχία απέναντι στον υποψήφιο της Αριστεράς. Κι
οι ψηφοφόροι αυτοί, αφού κάνουν το πρώτο βήμα προς ΕΛΑΜ, ίσως να μην
επιστρέψουν ποτέ πίσω. Κάτι που δεν θα ήταν τόσο εύκολο αν το βήμα ήταν
προς αριστερά, για συγκεκριμένους και μόνο λόγους.
Η δυσκολία του ΔΗΣΥ να στηρίξει τον υποψήφιο του ΑΚΕΛ δείχνει με τον
πιο εμφανή τρόπο τις αγκυλώσεις με τις οποίες λειτουργεί το κόμμα (πολύ
πιθανόν να μπορούσε να ήταν και αντίστροφα με το ΑΚΕΛ να πράττει το
ίδιο). Η στάση αυτή συντηρεί ιδεοληψίες και ένα κοινωνικό χάσμα, τεχνητό
εν πολλοίς, ώστε τα δύο μεγάλα κόμματα να ελέγχουν τους οπαδούς τους.
Μέχρι σήμερα, η μέθοδος μαντρίσματος ήταν αρκετά πετυχημένη. Πλέον όμως
όχι και τόσο. Όχι χωρίς απώλειες, κομματικές και κυρίως κοινωνικές. Η
περίπτωση Βύρα είναι απλά ένα παράδειγμα.