Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Δασκαλικός συνδικαλισμός και κοινωνία


Είναι γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο συνδικαλίζονται οι διάφορες επαγγελματικές ομάδες επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία.  Αν αυτό είναι αλήθεια για όλες τις επαγγελματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για την ΠΟΕΔ, τη συνδικαλιστική οργάνωση των δασκάλων.  Η δουλειά του δασκάλου επηρεάζει με τον ένα ή άλλο τρόπο όλη την κοινωνία.  Οι γονείς των παιδιών, κατά κύριο λόγο, περιμένουν από τους δασκάλους να μπουν μπροστά στους αγώνες για ποιοτική παιδεία σ’ όλα τα παιδιά.  Να αναδείξουν τα προβλήματα της παιδείας και όχι να τα αποκρύβουν.  Να συνεργαστούν με τους γονείς και άλλους φορείς για την αγωνιστική διεκδίκηση των αιτημάτων τους.  Να αποκρούσουν κάθε προσπάθεια για δημιουργία σχολείων πολλών ταχυτήτων, άλλα να υπερεξοπλίζονται και άλλα να αφήνονται να ρημάζουν.  Να απαιτήσουν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης της υλικοτεχνικής αναβάθμισης όλων των σχολείων (αίθουσες πολλαπλής χρήσης, αίθουσες ειδικών μαθημάτων, κεντρική μαθητική βιβλιοθήκη κ.ά.)   Η ηγεσία της ΠΟΕΔ, παρόλο το έργο που έχει παράγει, δεν έχει καταφέρει να μπει μπροστάρης σ’ ένα μέτωπο παιδείας με αγωνιστικό διεκδικητικό τρόπο.  Πολλές φορές ένα μέρος από το στελεχικό δυναμικό παραμένει έρμαιο μικροπαραταξιακών και μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, τρέχει πίσω από μεγαλόστομες ανούσιες εξαγγελίες της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, βολεύεται και αλληθωρίζει στην προοπτική της προαγωγής, κάνει τα στραβά μάτια σε σωρεία προβλημάτων που ταλανίζουν τα σχολεία, τους δασκάλους, τους μαθητές και τις οικογένειές τους. 


Μια από τις ενδογενείς αιτίες της απραξίας είναι και το καταστατικό με το οποίο λειτουργεί η ΠΟΕΔ.  Ένα απαρχαιωμένο, αντιδημοκρατικό καταστατικό το οποίο αποξενώνει τους δασκάλους της βάσης αντιμετωπίζοντάς τους ως απλούς ψηφοφόρους κάθε τρία χρόνια.  Την αποφασιστική δύναμη τη συγκεντρώνει το 25μελές Διοικητικό Συμβούλιο και κυρίως η 7μελής Γραμματεία.  Έτσι (ηθελημένα ή όχι) δημιουργείται μια στενή ομάδα συμφερόντων που συχνά ρέπει προς την έπαρση και την αντιδημοκρατική συμπεριφορά και δράση, μετατρέποντας ακόμα και τους Γενικούς Αντιπροσώπους στις Παγκύπριες Συνδιασκέψεις σε «γλάστρες».  Αρνούνται συχνά να θέσουν προς ψήφιση προτάσεις και απαιτούν την εξουσιοδότηση να χειρίζονται τα θέματα χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την Παγκύπρια Συνδιάσκεψη, η οποία αποτελεί το ανώτατο καθοδηγητικό όργανο.

Απαιτείται άμεσα η ριζική αλλαγή του καταστατικού για να υπάρξει απελευθέρωση του δυναμικού των δασκάλων προς όφελος της παιδείας και της κοινωνίας.  Θεωρώ καθήκον μου να βοηθήσω, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, να αποκτήσει η ΠOEΔ ένα καταστατικό που να ανταποκρίνεται στον απαιτούμενο εκδημοκρατισμό και την κατά το δυνατό άμεση δημοκρατία.  H Kύπρος λόγω του μικρού μεγέθους της προσφέρεται για να λειτουργήσει η άμεση δημοκρατία.  Για να αποκτήσει ζωντάνια και αγωνιστικότητα η οργάνωση και οι δάσκαλοι να συμμετέχουν στον ανώτατο βαθμό, πρέπει όχι απλά να ακούγεται η γνώμη τους, αλλά να καθορίζουν οι ίδιοι τις αποφάσεις μέσα από μια αποκεντρωμένη λειτουργία.  Αυτό απαιτεί:

·        Δημιουργία μικρών τοπικών συλλόγων από εκπαιδευτικούς λίγων σχολείων (περίπου 100-200 εκπαιδευτικών) και εκλογή των αντιπροσώπων από τους συλλόγους κάθε χρόνο το Mάη. Οι αντιπρόσωποι να λογοδοτούν στους συλλόγους και να είναι ανακλητοί.  Kάθε δεύτερο έτος οι Γενικοί αυτοί αντιπρόσωποι να εκλέγουν σε Παγκύπρια Γενική Συνέλευση απευθείας τα μέλη του Διοικητικού συμβουλίου της ΠOEΔ.

·        Το Διοικητικό Συμβούλιο να γίνει 11μελές ή 13μελές και να καταργηθεί η Γραμματεία.  

·        Kάθε σύλλογος να έχει δικό του πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο που να εκλέγεται κάθε Oκτώβρη. (Ένας σύλλογος π.χ. μπορεί να περιλαμβάνει τα σχολεία Λατσιών, Γερίου, Δαλιού). Έδρα του κάθε συλλόγου ορίζεται εκεί που υπάρχουν οι περισσότεροι δάσκαλοι.

·        Διατηρούνται οι επαρχιακές επιτροπές, οι οποίες εκλέγονται από τους Γενικούς Αντιπροσώπους της επαρχίας, με απλή αναλογική, κάθε χρόνο αρχές Ιουνίου.

·        Kανένας, σε οποιοδήποτε όργανο δεν μπορεί να μετέχει παραπάνω από τρεις συνεχόμενες διετείς θητείες.

·        Οι Γενικοί Αντιπρόσωποι στην Παγκύπρια Γενική Συνέλευση δεν είναι σταθερός αριθμός αλλά εξαρτάται από τον αριθμό των ψηφισάντων (π.χ. κάθε 50 ψηφοφόροι ένας αντιπρόσωπος)

·        Οι κινήσεις λειτουργούν όπως σήμερα και μπορούν να διεκδικήσουν την ψήφο των συναδέλφων με τα ψηφοδέλτιά τους σε κάθε σύλλογο, όπως και ανεξάρτητοι.

·        Οι θέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΠOEΔ δεν πρέπει να είναι προαποφασισμένες, αλλά γίνεται συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου στην πρώτη συνεδρία μετά την εκλογή του. Είναι σημαντικό να μην υπάρχει πρόεδρος της μειοψηφίας αλλά αποδεκτός από την πλειοψηφία.  Ιδιαίτερα αφού ο πρόεδρος είναι η εικόνα του δασκαλικού κλάδου προς τα έξω, αλλά και εκπροσωπεί την οργάνωση.

·        Θα πρέπει να αποφευχθεί οποιαδήποτε συζήτηση για οριζόντια ψηφοφορία. Αυτό που ακούγεται «δημοκρατικό» καταντά αυταρχικό έως κληρονομική βασιλεία, αφού αυτοί που θα ψηφίζονται από κάθε ψηφοδέλτιο δεν θα είναι οι άριστοι, αλλά οι προβαλλόμενοι είτε από τα MME είτε από την παράταξή τους, είτε κάποιοι που επιδίδονται στις κοινωνικές και πελατειακές σχέσεις χωρίς να επικεντρώνονται στην ουσία ενός διεκδικητικού συνδικαλισμού. Δεν μπορεί να καλλιεργούμε με θεσμούς τη νοοτροπία στους εκπαιδευτικούς: «…να έχουμε προσβάσεις και ρουσφέτια σε όλους τους χώρους…».

·        Για τους ίδιους λόγους δεν κρίνεται ωφέλιμο για τον κλάδο η απ’ ευθείας εκλογή Προέδρου ή άλλου αξιωματούχου, αφού μια τέτοια εκλογή θα γίνεται στη βάση επικοινωνιακών κριτηρίων και όχι συνδικαλιστικών, αγωνιστικών δειγμάτων γραφής και συγκεκριμένου προγράμματος δράσης.

·        Mόνο η αποκέντρωση σε μικρούς τοπικούς συλλόγους που ο καθένας θα γνωρίζει τα έργα του καθενός, και όχι τα λόγια, μπορεί να λειτουργήσει η άμεση δημοκρατία και η υπευθυνότητα του καθενός μέσα από την ανακλητότητα του Γενικού Αντιπροσώπου. (H Γενική Συνέλευση του τοπικού συλλόγου να μπορεί να ανακαλέσει και να παύσει ένα Γενικό Αντιπρόσωπο με τα 2/3 των ψηφοφόρων, αν κρίνει ότι ο Γενικός Αντιπρόσωπος με τη στάση και τις ενέργειές του δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δασκάλων).

·        Πρέπει να σταματήσει το τωρινό φαινόμενο να εργάζονται αλλού και αλλού να ψηφίζουν οι περισσότεροι συνάδελφοι. Ποιον ψηφίζουν; Αυτόν/ήν που δεν γνωρίζουν για τρία χρόνια; Όταν δεν έχουν καμιά σχέση με το περιβάλλον που εργάζονται; Όταν δεν μπορούν να τον κρίνουν για το έργο του/της;


Για να υιοθετηθούν αυτές οι διατάξεις που αφαιρούν δύναμη από την ηγεσία και δίνουν το λόγο και την πρωτοβουλία στους δασκάλους, πρέπει κάποιοι να υπερβούν συνήθειες, προσωπικές φιλοδοξίες, αγκυλώσεις, πελατειακές σχέσεις κ.λ.π.  Θέλω να είμαι ακόμα αισιόδοξος (παρά τα μηνύματα όλων των προηγούμενων χρόνων) ότι, με την αναγκαία πίεση της βάσης των δασκάλων, θα δράσουν ως δάσκαλοι με υπευθυνότητα απέναντι σε όλη την κοινωνία και όχι ως καρεκλοκένταυροι θεσιθήρες.

 
Ανάλογα φαινόμενα τραγελαφικών και απαράδεκτων καταστάσεων ευδοκιμούν και στο χώρο των οργανωμένων γονιών.  Αλλά αυτό αποτελεί μια άλλη πονεμένη ιστορία και αντικείμενο ενός άλλου άρθρου.

Μανόλης Σόβολος
Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου ( ... και γονιός)
 
Δημοσιεύτηκε και στο www.paideia-news.com
 

 

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Εξετάσεις για τους διορισμούς: Σταματήστε το, πριν εξελιχθεί σε φιάσκο

Σε προηγούμενο άρθρο μου στο φιλόξενο Paideia-News είχα αναλύσει τους λόγους που το συγκεκριμένο «νέο» σχέδιο διορισμών δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι επαγγέλλεται. Είχα, επίσης, επισημάνει τους κινδύνους που δημιουργούνται για την αξιοπιστία του και την εγκυρότητά του. Στο άρθρο μου εκείνο, είχα θέσει μια σειρά από ερωτήματα τα οποία μπορεί να διατυπώσει κάθε καλοπροαίρετος, ο οποίος ασχολείται με τα θέματα της εκπαίδευσης και είχα αναφέρει συγκεκριμένες εισηγήσεις για τις αναγκαίες ενέργειες, κατά τη γνώμη μου. 

Ένα βασικό ερώτημα αφορούσε τους θεματοθέτες οι οποίοι, κατά το νόμο, δεν θα έπρεπε να μην έχουν συγγένεια μέχρι 4ου βαθμού, με κανένα υποψήφιο,  και είναι υποχρεωμένοι να το δηλώσουν πριν μπουν στη διαδικασία επιμόρφωσής τους. Διατύπωσα το προφανές ερώτημα: Πώς είναι βέβαιοι ότι δεν έχουν συγγένεια μέχρι 4ου βαθμού με κανένα από τους χιλιάδες των υποψηφίων; Δεν υπήρξε, εξ όσων γνωρίζω καμιά απάντηση.  Μήπως θα έπρεπε να ανακοινωθούν τα ονόματα των θεματοθετών, ώστε οι υποψήφιοι, και όλη η κοινωνία, να μπορεί να διαπιστώσουν αν υπάρχει συγγενής τους στην ομάδα των θεματοθετών; Τι λένε για όλα αυτά οι αρμόδιοι; Τι λένε οι ανεξάρτητες αρχές και αξιωματούχοι, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τη δικαιοσύνη και τη διαφάνεια;

Βασική παράμετρος του σχεδίου είναι οι περίφημες εξετάσεις, από τις οποίες οι υπεύθυνοι και  οι ευκολόπιστοι (;) κοινωνικοί εταίροι προσδοκούν τάχα να βρουν τους «καλύτερους εκπαιδευτικούς». 
Από την ψήφιση του νόμου μέχρι σήμερα έχουν εγερθεί πολλά ζητήματα για τη νομιμότητα πτυχών του «νέου» σχεδίου διορισμών. Κατά την άποψή μου το σχέδιο πάσχει σε πολλούς τομείς. Προσωπικά, δεν περίμενα την εξαγγελία της ύλης των εξετάσεων για να διαπιστώσω τις αδυναμίες του και την προχειρότητα της νομοθέτησης του συγκεκριμένου σχεδίου. Η ανακοίνωση όμως της ύλης ήρθε να πείσει, κατά την άποψή μου, οποιονδήποτε εργάζεται στα σχολεία, ότι το όλο εγχείρημα τείνει να εξελιχθεί σε «φιάσκο».

Οι δάσκαλοι θα δώσουν εξετάσεις στα Ελληνικά και τα Μαθηματικά και η ύλη θα είναι το Αναλυτικό Πρόγραμμα, οι Δείκτες Επιτυχίας και Επάρκειας και τα Εγχειρίδια των αντίστοιχων θεμάτων. Πιστεύει κανένας, πλέον, στα σοβαρά ότι ακόμα και αν «προσλάβουμε» τους καλύτερους δασκάλους «παπαγάλους» αυτής της ύλης θα είναι εξασφαλισμένο ότι έχουμε τους «καλύτερους δασκάλους» που θέλαμε για τα παιδιά μας; Τα υπόλοιπα θέματα τα πετάξαμε στον κάλαθο των αχρήστων. Δεν μας ενδιαφέρει αν οι δάσκαλοι είναι καλοί στη Μουσική, την Ιστορία, το Θέατρο, τη Γεωγραφία, την Τέχνη, την Αγωγή Ζωής, τις Νέες Τεχνολογίες, τη Φυσική Αγωγή, το Θεατρικό παιχνίδι, κ.λ.π.  Κι όμως τα παιδιά μας αυτά έχουν περισσότερο ανάγκη. Τι λένε αλήθεια οι Ομοσπονδίες Γονέων, οι Σύνδεσμοι Γονέων; Γιατί σιωπούν; Αυτά τους είχαν τάξει με το περίφημο νέο σχέδιο διορισμών; Έτσι τους είχαν πει ότι θα «προσλάμβαναν» τους «καλύτερους δασκάλους»; Τώρα τι λένε; Είναι ευχαριστημένοι; Συμφωνούν με όλες αυτές τις διαδικασίες; 

Όσο υπάρχει καιρός, πρέπει όσοι έχουν λόγο για τα εκπαιδευτικά πράγματα του τόπου μας να μιλήσουν και να διατυπώσουν καθαρά και ξάστερα την άποψή τους, τεκμηριωμένα και με διαφάνεια. Πρέπει το γρηγορότερο να παραδεχτούμε ότι έγιναν σοβαρά λάθη και να καταργηθούν άμεσα οι εξετάσεις. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα το θετικό. Έβαλα σε εισαγωγικά τη λέξη προσλάβουμε.  Τους δασκάλους που προσπαθούμε να «προσλάβουμε» τους έχουμε ήδη στα σχολεία μας εδώ και χρόνια (μερικούς πάνω από δεκαετία). Οι παραλογισμοί της όλης κατάστασης δεν έχουν τελειωμό. 

Αν, παρ’ ελπίδα, αφεθεί να προχωρήσει αυτός ο σχεδιασμός πολύ φοβούμαι πως θα πληρώσουμε πολύ «ακριβά το μάρμαρο».  Όχι, δεν εννοώ το οικονομικό κόστος μόνο. Θα πληρώσουμε στο σώμα της εκπαίδευσης και στην καθημερινή σχολική πράξη τα απότοκα της πρόχειρης νομοθέτησης. Φανταστείτε χιλιάδες εκπαιδευτικούς στα σχολεία μας, συμβασιούχους και αντικαταστάτες, με ήδη βαρυφορτωμένο πρόγραμμα. Τους επόμενους μήνες, αντί όλη τους η προσοχή και οι δυνάμεις τους να είναι αφιερωμένες στα παιδιά και στη σχολική εργασία, θα έχουν να «παπαγαλίζουν» την περίφημη ύλη για ... να αποδείξουν ότι τόσα χρόνια μέσα στα σχολεία μας ... «δεν ήταν ελέφαντες».

Κάνω δημόσια έκκληση, στον Έντιμο Υπουργό Παιδείας, τους αξιότιμους βουλευτές, όλους τους αρμόδιους που έχουν λόγο, να βάλουν στην άκρη εγωισμούς και πείσματα, να δουν με καθαρό μάτι που οδηγούνται τα πράγματα και να σώσουν τα σχολεία μας και την εκπαίδευση από μια ανώφελη, τεράστια αναστάτωση. Είθε ...

Μανόλης Σόβολος
Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου ( ... και γονιός)

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

«Νέο» Σχέδιο Αξιολόγησης: γραφειοκρατικά αναμασήματα

Τον τελευταίο χρόνο έχει αρχίσει πάλι η συζήτηση για την αξιολόγηση και επανέρχονται τετριμμένες ιδέες και εισηγήσεις που υπόσχονται, ως δια μαγείας, να θεραπεύσουν πάσα νόσο του εκπαιδευτικού συστήματος.

Όσοι υπερπροβάλλουν αυτές τις απόψεις γνωρίζουν βέβαια ότι όλα αυτά είναι χιλιοειπωμένες εισηγήσεις που φορούν το μανδύα του «νέου» για να αποπροσανατολίσουν, όσους αφελείς μπορέσουν, από τα πραγματικά προβλήματα της παιδείας. 

Όποιος επιχειρήσει μελετήσει τα κατά καιρούς «νέα» σχέδια αξιολόγησης και να ασκήσει κριτική έχει τουλάχιστον δυο επιλογές: α) να αρχίσει να βλέπει απομονωμένα και αποσπασματικά το σχέδιο, να προσπαθεί να «σουλουπώσει» επιμέρους πρόνοιες, να αναδεικνύει επιμέρους θετικά και εν τέλει να «βλέπει το δέντρο και να χάνει το δάσος».
β) να έχει πάντα υπ’ όψη του ότι άλλα είναι τα βασικά προαπαιτούμενα για μια ολοκληρωμένη παιδεία.  Να μην αφήνει να του ξεφύγουν οι βασικές ανάγκες των παιδιών, οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται στο σχολικό χώρο. Τελικά «να μη χάνει το δάσος, κοιτάζοντας το δέντρο».

Αρχικά, επιχειρώντας μια πρώτη κριτική τοποθέτηση, ηθελημένα, θα αφεθώ να «πέσω στην παγίδα» της αποσπασματικής ενασχόλησης με το «νέο» σχέδιο.
Στη συνέχεια, θα αναφερθώ γενικότερα στο ρόλο της αξιολόγησης, με κύριες αναφορές στις απόψεις του Φανούρη Βώρου και Γιάννη Βαγενά κ.ά.
(Ο Φανούρης Βώρος ήταν, μεταξύ άλλων, καθηγητής μου στη Μετεκπαίδευση.  Δάσκαλος με όλη τη σημασία του όρου, στη διδασκαλία και στην πράξη.  Ο αείμνηστος Γιάννης Βαγενάς ήταν δάσκαλος, γραμματέας της Δ.Ο.Ε., ο οποίος μετά την επταετίας της χούντας (Ιούνιος 1975) προχώρησε σε απεργία πείνας, αγωνιζόμενος για τα δικαιώματα της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών.  Θεωρώ μεγάλη μου τύχη και τιμή που γνώρισα τέτοιου διαμετρήματος εκπαιδευτικούς, αναλογιζόμενος την ακαδημαϊκή και συνδικαλιστική «ξηρασία» στην οποία διαβιούμε τις τελευταίες δεκαετίες)

Αρχίζοντας από το προτεινόμενο σχέδιο, κάποιος που ασχολείται στοιχειωδώς με την εκπαίδευση εύκολα διαπιστώνει ότι τα  περισσότερα στοιχεία του «νέου» τάχα σχεδίου εφαρμόζονται και στο υφιστάμενο.

Το ότι αναλύονται κάποια στοιχεία και κριτήρια δεν σημαίνει αυτόματα ότι το σχέδιο γίνεται καλύτερο.  Αντίθετα, δημιουργείται ένας καταιγισμός γραφειοκρατικών διαδικασιών, οι οποίες θα μπλοκάρουν οτιδήποτε το δημιουργικό στα σχολεία.  Θα οδηγήσουν άμεσα σε αποθέωση της τυπολατρίας, της υποκρισίας, της ψευτιάς, και της συμπλήρωσης εντύπων.

Το να βάλουμε αριθμητικές κλίμακες αποτίμησης (1-5) διαφόρων διαδικασιών κατά τη διδασκαλία και να θεωρούμε ότι έτσι πετυχαίνουμε εγκυρότητα, αξιοπιστία, δικαιοσύνη, απλότητα, διαφάνεια κ.ά, δείχνει ότι τα επιχειρήματα περιέχουν υπερβολική δόση αφέλειας και έλλειψη επαφής με την καθημερινή σχολική πραγματικότητα.

Το να θέλουμε να αποτιμήσουμε αριθμητικά στοιχεία από τις ρουτίνες της τάξης (π.χ. ακόμα και αν σηκώθηκε μαθητής να ξύσει το μολύβι του) και αυτό να μετράει στο αν θα μονιμοποιηθεί ή θα προαχθεί ο δάσκαλος, αυτό σημαίνει ότι οι συντάκτες των σχεδίων επιβάλλεται να πάρουν απόσπαση, τουλάχιστον ένα χρόνο, να διδάξουν στα σχολεία, να ζήσουν τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά και οι οικογένειές τους, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.
Τ
ο να διευρύνουμε την κλίμακα αξιολόγησης στο 1-100 και να πιστεύουμε ότι θα σταματήσουμε την ισοπέδωση βαθμολογιών, θα πετύχουμε αξιοπιστία, εγκυρότητα (σημ. και άλλα όμορφα και ωραία, στην μικρή Κύπρο της παραταξιακής, κομματικής, συγγενικής, φιλικής «κουμπαριάς») δείχνει είτε ασυγχώρητη αφέλεια είτε υποκρισία.

Το να προσπαθούμε να αξιολογήσουμε, για παράδειγμα, με βάση: «τονίζεται ότι, με βαθμούς 91-100 βαθμολογείται ο αξιολογούμενος, ο οποίος, στο βαθμό που του αναλογεί, έχει επιδείξει όλως εξαιρετικές δεξιότητες/ικανότητες, εργασιακές συμπεριφορές και αξίες μέσα και από την ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών που τον διακρίνουν προδήλως συγκριτικά με τους συναδέλφους του, και του οποίου η εργασία, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά υπερβαίνει κατά πολύ των προσδοκιών», 
και να διαφημίζουμε ότι έτσι θα πετύχουμε περισσότερη εγκυρότητα, δικαιοσύνη κ.λ.π., δείχνει ότι ... έχουμε ανακαλύψει τη «μαγική ζυγαριά».  Ακόμα και ζάχαρη να ζυγίζαμε, σε ζυγαριά ακριβείας της κουζίνας, δεν θα ήμασταν σίγουροι αν ήταν 92 ή 98 γραμμάρια.  Εμείς πιστεύουμε στα σοβαρά ότι μπορούμε, με τη «ζυγαριά» μας, να ζυγίζουμε και να αποτιμούμε αριθμητικά, με ακρίβεια και δίκαια, όλες εκείνες τις δηλώσεις που αφορούν την παιδαγωγική σχέση, διδακτική πρακτική και πολλά άλλα;

Το να δημιουργούμε μια «Δημόσια Σχολή Εκπαιδευτικής Ηγεσίας», περισσότερο ως γραφειοκρατικός μηχανισμός περιγράφεται στην πρόταση, δεν μπορεί να επιτελέσει το ρόλο και την αποστολή που είναι αναγκαία.  Η θεωρητική κατάρτιση ανατίθεται κυρίως στα Πανεπιστήμια και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και στην πράξη μπορεί να μη γίνει καθόλου, αφού προβλέπεται απαλλαγή για όσους έχουν μεταπτυχιακά προσόντα, κάτι που συμβαίνει με τη συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα της Δημοτικής.  Το πρακτικό μέρος ανατίθεται στις σχολικές μονάδες (πότε; σε ποιο χρόνο; από ποιούς;). 

Κι όλα αυτά, και πολλά άλλα βαρύγδουπα, σκοπεύουμε να τα εφαρμόσουμε σε σχολεία που:
  • Δεν υπάρχει σταθερό προσωπικό και ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ γίνεται «μετοικεσία δασκάλων» από σχολείο σε σχολείο.
  • Μέχρι και τον Οκτώβρη προσπαθούμε να τα στελεχώσουμε.
  • Εγγράφουμε τα παιδιά 5 ετών και 8 μηνών στην Α’ τάξη, ανέτοιμα, «καίγοντάς» τα μαθησιακά.
  • Τα φέρνουμε κάθε πρωί στο σχολείο από τις 7:30, με την «τσίμπλα στο μάτι», λες και θα πάνε για ψάρεμα...
  • Το πρόγραμμα είναι γεμάτο με γνωσιοκεντρικά μαθήματα και απουσιάζει η αποφόρτωση του Αναλυτικού Προγράμματος, η προώθηση και εφαρμογή δεξιοτήτων ζωής στην πράξη και όχι μέσα από βιβλία και φυλλάδια.
  • Οι διευθυντές είναι ο «τελευταίος τροχός στην άμαξα», απλά εκτελεστικά όργανα εγκυκλίων.  Χωρίς λόγο στο σχεδιασμό του κτιρίου, το εκπαιδευτικό ή βοηθητικό προσωπικό, το αναλυτικό πρόγραμμα, τα διδακτικά βιβλία κ.λ.π.  Όλα αυτά και πολλά άλλα είναι δοσμένα, εξαρτώμενα από ένα πλήθος υπηρεσιών, αρμοδίων και «αρμοδίων».  Τώρα θα πρέπει ο διευθυντής να παρατήσει οτιδήποτε έχει απομείνει από τον δημιουργικό του ρόλο και να συμπληρώνει έντυπα, αξιολογώντας όλα και όλους, για να αξιολογηθεί και αυτός.
  • Και πολλά άλλα ...
Αν θέλαμε να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε, ηθελημένα, μόνο με το συγκεκριμένο «νέο» σχέδιο αξιολόγησης, θα μπορούσαμε να το κάνουμε επί μέρες και ... να γράψουμε διδακτορική διατριβή.  Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.  Αποτελεί ένα γραφειοκρατικότερο αναμάσημα προηγούμενων σχεδίων και ιδεών.  Αυτό άλλωστε ομολογείται στις πρώτες σελίδες.  Τέτοιου είδους γραφειοκρατικά σχέδια μπορεί να αποτελούν ωραίες «εκθέσεις ιδεών».  Δεν μπορούν να βελτιώσουν την εργασία στο σχολείο, την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου, τη ζωή των παιδιών στο σχολείο και τα μαθησιακά αποτελέσματα.  Αν μας ενδιαφέρουν όλα αυτά ...

Αν μας ενδιαφέρουν όλα αυτά, φιλικά θα συμβούλευα, τους συντάκτες «νέων» σχεδίων, αλλά κυρίως νέων σχεδίων, να επισκεφτούν χώρες που διαφημίζουν τα μαθησιακά τους αποτελέσματα (π.χ. Φινλανδία, Σουηδία).  Να δουν τι αξιολογούν εκεί, γιατί δεν έχουν επιθεωρητές, να μελετήσουν τα αναλυτικά τους προγράμματα, να δουν πόσες ώρες εργάζονται τα παιδιά, πόσες ώρες εργάζονται οι δάσκαλοι (σημ. ΔΩΡΕΑΝ πληροφορία και για το Γενικό Ελεγκτή: Στη Φινλανδία και τη Σουηδία το διδακτικό ωράριο των δασκάλων είναι 25 περιόδους και λιγότερες σε κάποιες ειδικότητες. Ναι, δεν μειώνεται με τα χρόνια υπηρεσίας.  Εδώ, οι δάσκαλοί μας θα φτάσουν αυτό το ωράριο μετά από 20 !!! χρόνια υπηρεσίας, χωρίς να έχουν και βοηθούς μέσα στην τάξη).

Αν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και όρεξη, να δουν τα παιδιά που πηγαίνουν 7 χρονών στο Δημοτικό Σχολείο, να μελετήσουν τα βιβλία των Μαθηματικών τους τα οποία στην Α’ τάξη είναι μόνο δυο και έχουν μόνο πρόσθεση και αφαίρεση, να δουν το εβδομαδιαίο τους πρόγραμμα στο οποίο κυριαρχούν τα πρακτικά θέματα: τέχνη, ξυλουργική, μεταλλοτεχνία, ραπτική, οικοκυρικά, μουσική, χορός, μαγειρική, φυσική αγωγή.  Να δουν ότι συνολικά έχουν 20-26 περιόδους την εβδομάδα, να δουν τη στήριξη και τις κοινωνικές παροχές στην οικογένεια, να δουν τη μελετημένη και λειτουργική σχεδίαση των σχολικών κτιρίων κ.λ.π.

Για διευκόλυνσή σας παραθέτω μια σύνδεση σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο paideia-news, και το επιβεβαιώνω από τις επισκέψεις μου σε σχολεία στα πλαίσια του COMENIUS και ERASMUS+:
http://www.paideia-news.com/index.php?id=109&hid=20729&url=

Όταν τα δουν όλα αυτά, τα μελετήσουν και επιστρέψουν πίσω, ευελπιστώ πως, μόλις τους περάσει η κατάθλιψη, θα μπορέσουν να προτείνουν ένα πραγματικά νέο σχέδιο, με εκείνα που αξίζει να αξιολογηθούν.  Καλή χρονιά και καλή δουλειά ...


ΜΕΡΟΣ Β΄ (Τελευταίο)

Στο πρώτο μέρος της ενασχόλησής μας με το «νέο» σχέδιο αξιολόγησης αφεθήκαμε, ηθελημένα, να σχολιάσουμε κάποιες πτυχές του συγκεκριμένου σχεδίου.

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε μερικές σκέψεις ανθρώπων που μελέτησαν το θέμα, με την έγνοια για την παιδεία που θα παρέχεται σε ένα δωρεάν, ενιαίο δημόσιο σχολείο και θα στηρίζει τα παιδιά και τους δασκάλους στην προσπάθειά τους για απολύτρωση από τα δεσμά της άγνοιας, της ημιμάθειας, της ιδεολογικής χειραγώγησης, των προκαταλήψεων και του σκοταδισμού.

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και της σχολικής μονάδας, όπως προτείνεται στα κατά καιρούς «νέα» σχέδια, βρίσκεται σε αντίθεση με την έννοια της εκπαίδευσης ως κοινωνικού αγαθού.  Στόχος είναι να ελεγχθεί η αποδοτικότητα της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης για την επίτευξη των στόχων που έχει θέσει η αντιεκπαιδευτική πολιτική και είναι συμβατοί με τους δείχτες της οικονομίας της αγοράς.  Αν ήθελαν πραγματική βελτίωση της εκπαίδευσης, δεν θα οικοδομούσαν γραφειοκρατικούς μηχανισμούς αξιολόγησης και σύστημα ποινών αλλά Ενιαίο σχολείο για τη σφαιρική μόρφωση και διαπαιδαγώγηση όλων των παιδιών και θα ξεκινούσαν από την επιστημονική και πολύπλευρη στήριξη του εκπαιδευτικού, από την εφαρμογή και ενίσχυση του παιδαγωγικού ρόλου του Σχολικού Συμβούλου.

Στο θεσμό της εκπαίδευσης λαθροβιούν θεσμοθέτες, θεσμοδίαιτοι, θεσμοϋπηρέτες, θεσμοκράτες ή θεσμοκρατούμενοι, θεσμολάτρες ή θεσμοθύματα, θεσμοφύλακες ή θεσμοεπικριτές, με τα ανάλογα κίνητρα ασφαλώς.  Για την αξιολόγηση πρέπει απ’ την αρχή να διατυπωθούν μια σειρά από καίρια ερωτήματα:

·       Ποιες επιμέρους λειτουργίες του θεσμού είναι ανάγκη να αξιολογηθούν πριν από τον εκπαιδευτικό, γιατί αποτελούν το «εκπαιδευτικό περιβάλλον» που καθορίζει ή επηρεάζει τις κινήσεις του, την ίδια τη σκέψη του;

·       Ποια σημεία του έργου του εκπαιδευτικού μπορούν να αξιολογηθούν ως αυθύπαρκτα ή διακριτά γνωρίσματα του έργου του;

·       Από ποιον ή ποιους, γιατί, πώς (θα γίνει η αξιολόγηση);

Ας επιχειρήσουμε μια πρώτη σύντομη προσέγγιση:

Όταν ένας εκπαιδευτικός διδάσκει ένα θέμα, η διδασκαλία του (ως περιεχόμενο και τρόπος παρουσίασης και ανάλυσης) έχει «διαμορφωθεί» από τους εξής, μεταξύ πολλών άλλων,  παράγοντες, που λειτούργησαν πριν απ’ αυτόν για διευκόλυνση ή δυσχέρανση του έργου του:

·       Το συντάκτη του ωρολογίου προγράμματος, που έδωσε ώρες τόσες …

·       Το συντάκτη του αναλυτικού προγράμματος, που πρόβλεψε να διδάσκονται εκείνα τα θέματα που συγκινούν τις συνειδήσεις των νέων ή τις αφήνουν αδιάφορες.

·       Το συγγραφέα του σχολικού βιβλίου, που έγραψε βιβλίο διδάξιμο, ευδίδακτο, μη διδάξιμο ή και ανιαρό ή απωθητικό.

·       Τον υπεύθυνο για την οργάνωση και λειτουργία του σχολείου, ώστε ο δάσκαλος να έχει άνετο ή βασανιστικό χρόνο διδασκαλίας (ως προς τους αντικειμενικούς όρους διδασκαλίας  αίθουσα καθαρή και φωτεινή, την αναγκαία επίπλωση, τα αναγκαία εποπτικά μέσα διδασκαλίας σε λειτουργική ετοιμότητα, συνολική εικόνα αισθητικά ελκυστική ή έστω μη απωθητική, ατμόσφαιρα γαλήνης στο χώρο του σχολείου χωρίς ενοχλητικούς θορύβους και διακοπές).

Οι παραπάνω προϋποθέσεις είναι όροι αναγκαίοι, για να λειτουργήσει – υποκειμενικά πλέον υπεύθυνος για τη διδασκαλία του – ο εκπαιδευτικός με τα δικά του εφόδια και τη δική του παιδαγωγική συμπεριφορά και συνολική εκπαιδευτική παρουσία:

·       Επιστημονική συγκρότηση (από τις βασικές σπουδές του, τη διαρκή μελέτη του, τη διαρκή – με πρωτοβουλία της πολιτείας – επιμόρφωσή του).

·       Παιδαγωγική συγκρότηση – συμπεριφορά.

·       Διδακτική μεθοδολογία.

·       Ειδική για το μάθημα της ημέρας προετοιμασία.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η εκπαιδευτική πραγματικότητα που αφορά το μαθητή και οφείλει η πολιτεία να μεριμνά για την ποιότητά της, άρα και τη διαρκή αξιολόγησή της, απαρτίζεται από δύο, τουλάχιστον, πεδία εντελώς διακριτά (πολιτεία – εκπαιδευτικός).  Είναι επίσης σαφέστατο, ελπίζω, ότι προηγείται η αξιολόγηση και αυτοαξιολόγηση της πολιτείας για τις πράξεις της ή παραλείψεις της, για τα ελλείμματα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, που ανάγονται αποκλειστικά στην ευθύνη της.

Αντί όμως η πολιτεία να ενσκήψει με σοβαρότητα σε όλα αυτά τα προβλήματα, με την προσπάθεια που γίνεται, και με τον τρόπο που επιδιώκεται, η περίφημη αξιολόγηση της σχολικής μονάδας θα βαθύνει παραπέρα την κατηγοριοποίηση, τη διαφοροποίηση των σχολείων, θα αναπτυχθεί ένας παιδοκτόνος ανταγωνισμός, που θα ακυρώσει κάθε έννοια παιδαγωγικής και μορφωτικής διδακτικής στο σχολείο και θα οξύνει τα κοινωνικά προβλήματα. Βασικός στόχος της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας είναι να νομιμοποιηθούν στη συνείδηση του λαού, να μετατεθούν στις πλάτες των εκπαιδευτικών – και κατ’ επέκταση των μαθητών και των γονιών τους – οι εκπαιδευτικές ανισότητες, οι κάθε είδους φραγμοί στη μόρφωση.  Να συγκαλυφθεί η αλήθεια ότι οι εκπαιδευτικές ανισότητες έχουν τη ρίζα τους και αντανακλούν τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες.

Όσον αφορά στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού είναι γεγονός ότι τείνει να πάρει διαστάσεις ιδεολογικής τρομοκρατίας, επαληθεύοντας για άλλη μια φορά ότι όσο βαθαίνει η αντιλαϊκή πολιτική εντείνεται και ο αυταρχισμός.  Γι αυτό η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία θα χρησιμεύσει ως αυταρχικός μηχανισμός στήριξης των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στο χώρο της εκπαίδευσης.  Φαίνεται δε να αποτελεί μέρος ενός συνολικού σχεδίου που επιδιώκει τη χειραγώγηση και την υποταγή των εκπαιδευτικών μέσω της αξιολόγησης. Στήνεται μια πρωτοφανής αυταρχική διοικητική πυραμίδα με την τεράστια πίεσή της να ασκείται στη βάση της, δηλαδή στον εκπαιδευτικό, και τελικό αποδέκτη το μαθητή.  Γιατί είναι σίγουρο πως το αυταρχικό κλίμα, η «λογική» της υποταγής θα διαχυθεί με εντονότερους ρυθμούς μέσα στην αίθουσα με επιπτώσεις στην προσωπικότητα του μαθητή. Η  Έννοια του καλού ή κακού εκπαιδευτικού είναι σχετική.  Άλλο περιεχόμενο του δίνουν οι κυβερνήσεις και άλλο ο λαός, οι εργαζόμενοι.  Οι κυβερνήσεις θεωρούν καλό εκπαιδευτικό αυτόν που πειθαρχεί στα κελεύσματά τους, που ασχολείται μόνο με την κάλυψη της ύλης και τις εξετάσεις, που αδιαφορεί για τις κοινωνικές επιπτώσεις του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ο εκπαιδευτικός που βλέπει στους νέους ανθρώπους τη δυνατότητα μιας καλύτερης ανθρωπότητας, αισθάνεται ότι το κοινωνικό του λειτούργημα τον θέτει μπροστά σε άλλες απαιτήσεις.  Όπως υπογράμμιζε ο Δημήτρης Γληνός:  « Ο δάσκαλος έχει όχι μόνο το δικαίωμα της ελεύθερης σκέψης μα ακόμα και το δικαίωμα σαν άτομο και σαν ομάδα να διαφωτίζει την κοινωνία και να συντελεί στην αναμόρφωση της παιδείας… Η αντίθετη αντίληψη ίσα – ίσα είναι εκείνη, που κάνει το δάσκαλο ένα απλό και άψυχο μισθωτό όργανο, του αφαιρεί την κυριότερη προϋπόθεση της προσωπικότητάς του δηλαδή τη λεύτερη σκέψη και τον κάνει από ιεροφάντη μιας κοινωνικής λειτουργίας ένα απλό πνευματικό προλετάριο, που δουλεύει μηχανικά για να κερδίσει  ένα κομμάτι ψωμί».

Η πρόταση για την επιλογή στελεχών πρέπει να είναι μια:  Επιλογή με 100% μετρήσιμα, αντικειμενικά κριτήρια, κατάργηση του ρόλου της ΕΕΥ σ’ αυτό τον τομέα, για να περιοριστεί ο φαύλος κύκλος του ρουσφετιού και της «ημετεροκρατίας».  Δεν πρέπει όμως συγχρόνως να καλλιεργούμε αυταπάτες ότι έτσι ακυρώνεται ο ρόλος της αξιολόγησης όσον αφορά στην αυταρχική χειραγώγηση του εκπαιδευτικού.  Με το νέο προτεινόμενο σχέδιο αξιολόγησης, δεν αίρεται ο επιθεωρητισμός. «Αλλάζει ο Μανωλιός τα ρούχα του», και έχουμε μιας νέας μορφής επιθεωρητισμό, πιο εντατικό από ποτέ. Ο διευθυντής γίνεται και αξιολογητής, χωρίς καμιά υπευθυνότητα και εξουσία στη στελέχωση και οργάνωση του σχολείου.  Ποικίλες εξουσίες και θεσμοί (Ε.Ε.Υ, Υ.Π.Π. Σχολικοί Εφορεία, Δήμοι, Σύνδεσμοι Γονέων, κ.ά) θα έχουν «φροντίσει» ή φροντίσει, να του παραδώσουν ένα σχολείο στο οποίο θα πρέπει να αξιολογεί, συμπληρώνει έντυπα και να διαπιστώνει τις «αμέλειες» ή αμέλειες όλων των πιο πάνω θεσμών.  Όλοι οι εκπαιδευτικοί, και ο ίδιος ο Διευθυντής, θα βρίσκονται υπό κρίση και αξιολόγηση, αλλά οι πιο πάνω θεσμοί, οι οποίοι έχουν και την κύρια ευθύνη για τα προαπαιτούμενα της λειτουργίας των σχολείων θα είναι στο απυρόβλητο.

Σίγουρα στους πιο πολλούς δασκάλους δεν αρέσει το τωρινό σύστημα αξιολόγησης. Και καλά κάνουν να απορρίπτουν αυτό το απολίθωμα. Πώς όμως είναι καλύτερο το προτεινόμενο;  Κάτω από τους συγκεκριμένους ιεραρχικούς μηχανισμούς, πρόκειται για ακόμα ένα σύστημα χειραγώγησης, πειθαναγκασμού, αλλά και επίρριψης όλων των ευθυνών για τα κακά της δημόσιας εκπαίδευσης, στον τελευταίο στην ιεραρχία, δηλαδή στο δάσκαλο.  Πρόκειται για μια προσπάθεια της οποίας τα κριτήρια δεν καθορίζονται από κανέναν άλλο παρά από διεθνείς οργανισμούς Κριτήρια τέτοια που καθιστούν προβληματική τη μονιμοποίηση των διαφωνούντων και ακόμα πιο εντατικούς τους ρυθμούς εργασίας και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς.  Παράλληλα, κανείς δεν μπορεί να μετρήσει τις σχέσεις δασκάλου-μαθητή, το κλίμα του σχολείου, τον κόπο και το μόχθο του άλλου. Πρόκειται για ένα πιο οργανωμένο φακέλωμα, άδικο προς τους συναδέλφους-οικογενειάρχες, με οικονομικές δυσκολίες κτλ, που δεν θα μπορούν να εμπλουτίζουν το αυτοφακέλωμά τους με πιστοποιητικά «συνεδρίων» και «σεμιναρίων».

Την ίδια ώρα, αντιμετωπίζονται το ίδιο όλα τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί, λες και μάθαμε στην "Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης", ότι όλοι ξεκινάμε από την ίδια αφετηρία και άρα έχουμε ίδιες πιθανότητες για να φτάσουμε στο τέρμα. Δεν είναι όμως έτσι και το ξέρουμε όλοι.  Στην Αγγλία και σε άλλες χώρες σχολεία κλείνουν σχολεία, επειδή δεν ανταποκρίθηκαν σε δεδομένα κοινά κριτήρια. Αυτό οφείλεται σε κοινωνικοοικονομικές ανισότητες ανάμεσα στα σχολεία, τις κοινότητες και τους μαθητικούς πληθυσμούς και όχι στα σχολεία καθ' αυτά.

Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο ψευτοδίλημμα «Ναι ή Όχι στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και της σχολικής μονάδας» και να περιορίσει την κριτική του στην αξιολόγηση ή σε λεπτομέρειές της και να προσπαθήσει να στρογγυλέψει κάποιες οξείες γωνίες της.  Το ζήτημα δεν είναι τι αξιολόγηση, αλλά τι σχολείο θέλουμε, τι ανθρώπους θέλουμε να διαπλάσουμε.  Σχολείο το οποίο θα διαπαιδαγωγεί με πληρότητα ανθρώπους με ολοκληρωμένη προσωπικότητα δεν έχουμε κι αυτό πρέπει να φτιάξουμε.  Χρέος μας να αναρωτηθούμε ποια πολιτική και ποια κοινωνία αποβλέπει σ’ αυτό.  Απέναντι στην πολιτική και την αξιολόγηση για την οικονομία της αγοράς, το συνδικαλιστικό και λαϊκό κίνημα έχει καθήκον να αντιπαραθέσει τη δική του αξιολόγηση γι αυτή την πολιτική.  Αξιολόγηση που εκφράστηκε στους αγώνες των εκπαιδευτικών, της νεολαίας και των εργαζομένων σε μια σειρά από χώρες.  Καιρός και της Κύπρου τώρα.  Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στην απόρριψη της αξιολόγησης, όπως προτείνεται, αλλά ταυτόχρονα ν’ απαιτήσει την παιδαγωγική στήριξη του εκπαιδευτικού με τη δημιουργία Παιδαγωγικών Πανεπιστημιακών Σχολών και την καθιέρωση και ενεργοποίηση του παιδαγωγικού ρόλου του Σχολικού Συμβούλου.  Να διεκδικήσει το σύγχρονο ριζοσπαστικό αίτημα της καθιέρωσης Ενιαίου Σχολείου για όλα τα παιδιά χωρίς διακρίσεις, την κατάργηση της εκπαιδευτικής – και κάθε είδους διαφοροποίησης.  Κατάργηση του ρόλου της ΕΕΥ και της συνέντευξης στις προαγωγές.  Διδασκαλία στη μητρική γλώσσα των αλλόγλωσσων/αλλοδαπών.  Ουσιαστική μείωση της αναλογίας δασκάλου/μαθητών, 1/15.  Σύγχρονη υλικοτεχνική υποδομή για όλα τα σχολεία.  Δραστική μείωση του διδακτικού ωραρίου του εκπαιδευτικού για να ανταποκριθεί ουσιαστικά στον παιδαγωγικό του ρόλο.  Περιοδική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών με πλήρεις απολαβές, απαλλαγή από διδακτικό έργο των διευθυντών των σχολείων, δωρεάν μεταπτυχιακές σπουδές στα κρατικά Πανεπιστήμια.

Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν πρέπει να απαντήσει αποσπασματικά στη νέα αντεργατική επίθεση αυταρχισμού που επιχειρείται μέσω της αξιολόγησης, αλλά οφείλει να αναπτύξει την πάλη του ενιαία, συνολικά κατά των αναδιαρθρώσεων, στην οικονομία και την κοινωνία.  Η άρνηση της προτεινόμενης αξιολόγησης σε αυτό το ιεραρχικό σύστημα που καλούμαστε να υπηρετήσουμε θα πρέπει να συνοδεύεται από μια ριζοσπαστική κριτική, ώστε να γίνει κατανοητή από την κοινωνία. Η άρνηση της αξιολόγησης θα πρέπει να συνοδεύεται με την αντιπρόταση της ανατροφοδότησης του εκπαιδευτικού έργου μέσα από:

  • ενεργητική δράση του εκπαιδευτικού προσωπικού της σχολικής μονάδας μέσω των συνεδριάσεων.
  • ανάπτυξη σχέσεων του εκπαιδευτικού προσωπικού σχολείων μιας περιοχής και της τοπικής κοινωνίας.
  • έλεγχο στις ανάγκες (από την τοπική κοινωνία και το σύλλογο διδασκόντων), στο περιεχόμενο και στον τρόπο διεξαγωγής κάθε επιμορφωτικής διαδικασίας.

Αυτές οι βασικές αρχές θα απαλλάξουν τους δασκάλους από το βραχνά του άγχους και θα τους προσδώσουν το παιδαγωγικό κύρος που απαιτείται για να επιτελέσουν το έργο τους.  Θα βάλουν τέρμα στις πελατειακές σχέσεις και τον εξευτελισμό των εκπαιδευτικών.  Είναι η μεγάλη ευκαιρία του κλάδου να αποκτήσει αξιοπρέπεια και το κύρος του στους γονείς και την κοινωνία.  Είναι κρίμα, από ολιγωρία, συμφέροντα ή υστεροβουλίες, να αφεθούν οι δάσκαλοι να προχωρούν «έρποντας και γλείφοντας» σε κομματικούς και παραταξιακούς διαδρόμους, επαίτες για μια προαγωγή.  Είναι καθήκον μας να ανυψώσουμε το κύρος και την αξιοπρέπεια των δασκάλων.

Μανόλης Σόβολος
Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου ( ... και γονιός)

Βιβλιογραφία:

ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ: Αφιέρωμα στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών (Γιάννης Βαγενάς, Σάββας Σάββα, Κώστας Θύμης, Λάζαρος Σορόπουλος, Παναγιώτης Γεωργιάδης),   τεύχος 7ο

Φανούρης Βώρος:  www.voros.gr

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Τι είδους Σχολικές Εφορείες χρειαζόμαστε;

Την Κυριακή, ταυτόχρονα με τις Δημοτικές εκλογές, θα διεξαχθούν και οι εκλογές για τις Σχολικές Εφορείες.  Δυστυχώς, ελάχιστη σημασία έχει αποδοθεί στη σπουδαιότητα αυτών των εκλογών.  Σε κάποιες περιπτώσεις η απαξίωση είναι εμφανής και στη συγκρότηση των ψηφοδελτίων.  «Κάθε πικραμένος/η έχει χρηστεί υποψήφιος/α».  Αυτή η κατάσταση δεν προοιωνίζει τίποτα θετικό για την εκπαίδευση.  Οι ψηφοφόροι έχουν να σηκώσουν το βάρος και να «ξεδιαλέξουν με το φανάρι» τις λίγες αξιόλογες υποψηφιότητες που υπάρχουν. 

Οι Σχολικές Εφορείες έχουν προσφέρει πάρα πολλά στην εκπαίδευση της Κύπρου, μέχρι σήμερα.  Το ερώτημα είναι αν μπορούν να συνεχίσουν να ανταποκρίνονται με επιτυχία, με την τωρινή τους δομή και λειτουργία, στις σύγχρονες συνθήκες.  Έχω τη γνώμη ότι οι Σχολικές Εφορείες με τη σημερινή τους μορφή έχουν φτάσει στα όριά τους.

Η πολιτεία τα τελευταία χρόνια έχει προσπαθήσει να επιφέρει κάποιες αλλαγές, αλλά αποδείχθηκαν όλες άτολμες και αναποτελεσματικές.  Δεν εντάχθηκαν σε ένα γενικότερο σχέδιο ουσιαστικής δημοκρατικοποίησης της εκπαίδευσης και παρέμειναν αποσπασματικές τροποποιήσεις χωρίς όραμα και στόχους.  Έτσι πολλές αλλαγές δημιούργησαν περισσότερη σύγχυση και αντιδράσεις με αποτέλεσμα να έχουμε οπισθοδρόμηση αντί πρόοδο.  Χρειάζεται λοιπόν επειγόντως ένας σύγχρονος τρόπος  δομής και λειτουργίας των Σχολικών Εφορειών.

Νομίζω έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Σχολικές Εφορείες να αποτελέσουν Επιτροπές των Δήμων.  Η εκλογή τους να γίνεται όχι από όλους τους δημότες, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν έχουν καμιά σχέση με την εκπαίδευση, αλλά από προτεινόμενους από τους φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας των Δήμων.  Η συμμετοχή όλων των δημοτών στην εκλογή των Σχολικών Εφόρων μπορεί να δημιουργεί μια επίφαση δημοκρατίας, αλλά τις περισσότερες φορές έχουμε γίνει μάρτυρες σοβαρών παρεκτροπών.  Εξάλλου ο Δήμος ορίζει εκπροσώπους του, εκλεγμένους Δημοτικούς Συμβούλους, στη Σχολική Εφορεία.  Έχω τη γνώμη ότι η Σχολική Εφορεία πρέπει να εκλέγεται μεταξύ των φορέων που έχουν άμεση σχέση με τα εκπαιδευτικά δρώμενα, με κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες και κριτήρια τόσο για τους υποψηφίους όσο και για τους ψηφοφόρους.  Η σχολική κτιριακή υποδομή να περάσει στους Δήμους και να έχουν την ευθύνη για τη συντήρηση και την αναβάθμισή της.  Αυτό βέβαια προϋποθέτει τη γενναία χρηματοδότηση των Δήμων για το σκοπό αυτό. 

Η χρηματοδότηση των Δήμων για τις Σχολικές Εφορείες πρέπει απαραίτητα να γίνεται από κρατικούς πόρους.  Αυτό είναι αναγκαίο ώστε να μην οδηγηθούμε σε κατηγοριοποίηση των σχολείων ανάλογα με τα έσοδα του κάθε Δήμου ή να επιβληθούν νέοι φόροι στους δημότες.  Η ρύθμιση αυτή πρέπει να διασφαλιστεί πάση θυσία, ακόμη και συνταγματικά.

Η εκλογή των Σχολικών Εφορειών από εκπροσώπους των εκπαιδευτικών φορέων θα προσδώσει σε αυτές το απαραίτητο κύρος και συγχρόνως θα τις καταστήσει υπόλογες για το έργο τους σε όλους τους ενδιαφερόμενους.  Σήμερα οι Σχολικές Εφορείες δεν έχουν να δώσουν εξηγήσεις για το τυχόν αρνητικό τους έργο.  Παράδειγμα: Πριν λίγα χρόνια σ’ ένα σχολείο περιφερειακού Δήμου της πρωτεύουσας κινδύνευσαν μαθητές από την κατάρρευση μέρους της οροφής σε ώρα μαθήματος.  Οι οργανωμένοι γονείς και η Διεύθυνση του σχολείου για χρόνια επισήμαιναν τους κινδύνους με επιστολές και παραστάσεις.  Τι επιπτώσεις είχαν οι υπεύθυνοι της Σχολικής Εφορείας για την αδιαφορία τους μαζί με τις άλλες υπηρεσίες;  ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ.  Ακόμη και ο τότε Υπουργός Παιδείας, αρχιτέκτονας, μια εβδομάδα πριν την κατάρρευση, σε επίσκεψή του στο σχολείο διαβεβαίωνε δημόσια από τα Μ.Μ.Ε. ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το κτίριο!!!   Θα μπορούσαμε, επίσης, να συζητάμε για μέρες με παραδείγματα για την επιλεκτική αναβάθμιση σχολείων και την εγκατάλειψη άλλων.

Μπορεί επίσης, η λειτουργία των Σχολικών Εφορειών, ως Δημοτικών Επιτροπών, να αποφύγει ένα μέρος της γραφειοκρατίας, να οδηγήσει σε εξοικονόμηση πόρων και χρόνου.  Οι αυλές και οι κήποι, για παράδειγμα, θα μπορούσαν αξιοποιώντας το προσωπικό του Δήμου να μην είναι ξερότοποι, αλλά να αντιμετωπίζονται και να συντηρούνται όπως τα Δημοτικά πάρκα.  Βέβαια πολλά Δημοτικά πάρκα δεν αποτελούν τα καλύτερα δείγματα, αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. 

Οι Δήμοι θα μπορούσαν, με την απαραίτητη ενίσχυση σε προσωπικό, να φροντίσουν ώστε να υπάρχει υπεύθυνος για την πληροφορική στήριξη στα σχολεία, σχολικό λεωφορείο για την εξυπηρέτηση των παιδιών το πρωί και το μεσημέρι, αλλά και για τις εκπαιδευτικές επισκέψεις και εκδρομές των σχολείων.  Σήμερα το κόστος για τις σχολικές επισκέψεις έχει γίνει βραχνάς για κάθε οικογένεια.  Πολλές φορές οι δάσκαλοι περιορίζουν τις απαραίτητες επισκέψεις αναλογιζόμενοι το κόστος που έχει να πληρώσει μια οικογένεια με 2-3 παιδιά. 

Ο αριθμός στη σύνθεση της Σχολικής Εφορείας θα μπορούσε για λόγους ευελιξίας να παραμείνει, όπως σήμερα.  Για σοβαρές όμως αποφάσεις (προϋπολογισμοί, προσλήψεις, κτιριακές αναβαθμίσεις, εξοπλισμός κ.λ.π.) θα πρέπει να συνέρχεται και να αποφασίζει σε διευρυμένη σύνθεση.  Σ’ αυτή τη διευρυμένη σύνθεση θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των Δ/ντών των σχολείων, των εκπαιδευτικών, των γονιών και των μαθητών.  Νοείται ότι πρέπει, σε μεγάλες Σχολικές Εφορείες, να υπάρχει εκ περιτροπής εκπροσώπηση όλων των σχολείων.  Έτσι εξασφαλίζεται η πλατύτερη σύνθεση, δημοκρατική λειτουργία, συλλογικές αποφάσεις και δράση.

Παρόμοιες προτάσεις είχα την ευκαιρία, παλιότερα, να κοινοποιήσω στην ΠΟΕΔ.  Δυστυχώς οι ρυθμοί που κινούνται οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των οργανώσεων συναγωνίζονται αυτούς της χελώνας και των άλλων υπηρεσιών.

Καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε Δημοτικές εκλογές και σε συζήτηση για μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης θα ήταν ευχής έργο αν όλοι οι εμπλεκόμενοι, Δήμοι, Σχολικές Εφορείες, οργανωμένοι γονείς και εκπαιδευτικοί, απαιτούσαν από την πολιτεία την άμεση νομοθέτηση της εκλογής των Σχολικών Εφορειών από τους εκπαιδευτικούς φορείς, ως Δημοτικών Επιτροπών, και τη μεταβίβαση των απαραίτητων πόρων, ώστε να ανταποκριθούν με τον καλύτερο τρόπο στις νέες συνθήκες.  Αν αυτό δεν μπορεί να καταστεί δυνατό, ίσως είναι σοφότερο να προχωρήσουμε στην κατάργηση των Σχολικών Εφορειών, όπως προτεινόταν σε μελέτες που είχε ζητήσει το Υ.Π.Π. και να υλοποιήσουμε την αποκέντρωση της εκπαίδευσης με την απευθείας στήριξη των σχολικών μονάδων και την ουσιαστική ενίσχυση του διευθυντικού προσωπικού.  Το βέβαιο είναι πως η τωρινή κατάσταση δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα συσσωρευμένα προβλήματα.


Μανόλης Σόβολος
Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου ( ... και γονιός)

Δημοσιεύτηκε και στο www.paideia-news.com
 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Διεκδίκηση τώρα: Άδεια μητρότητας τουλάχιστον ένα χρόνο

Οι κυβερνήσεις, διαχρονικά, αρέσκονται να εξαγγέλλουν διάφορα μέτρα … κοινωνικής πολιτικής.  Συνήθως αυτά είναι ευκαιριακού χαρακτήρα, προεκλογικές «παροχές», στάχτη στα μάτια των υπηκόων.  Τις περισσότερες φορές πρόκειται για κάποια επιδόματα, «ψίχουλα» με σκοπό να προλάβουν αντιδράσεις ή να καταστείλουν οργανωμένες δράσεις και απαιτήσεις του εργατικού κινήματος.  Τα οποιαδήποτε επιδόματα τα καταβροχθίζουν «εν ριπή οφθαλμού» οι ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις της «ελεύθερης αγοράς».  Τα εξαγγέλλουν με κάθε επισημότητα και τα διατυμπανίζουν λες και κάνουν και μεγάλη χάρη στους εργαζόμενους που δεν τους αφήνουν να βουλιάζουν ακόμη περισσότερο στη μίζερη και εξαθλιωμένη ζωή τους.  Με τον τρόπο τους, ζητούν από τους εργαζόμενους να τους χειροκροτούν για την ελεημοσύνη τους και να τους … ψηφίζουν.


Από τέτοιου είδους εξαγγελίες απουσιάζει το όραμα και η δράση για μια άλλη κοινωνία.  Απουσιάζει ο προγραμματισμός και η οργάνωση δράσεων οι οποίες θα βελτιώνουν σημαντικά την ποιότητα ζωής όλων των πολιτών.  Απουσιάζουν μέτρα κοινωνικής πολιτικής τα οποία θα συμπληρώνουν βήμα βήμα ένα πλέγμα κοινωνικής προστασίας της οικογένειας, της παιδικής ηλικίας, της νέας γενιάς, των συνταξιούχων.  Τα κάθε είδους επιδόματα όση προσωρινή ανακούφιση και να δώσουν στις «ευπαθείς ομάδες πληθυσμού», δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τη ζωή της οικογένειας.  Γιατί κάποιοι πρέπει μόνιμα να έχουν την ανάγκη του οποιουδήποτε επιδόματος για να ζήσουν τη ζωή τους με στοιχειώδη αξιοπρέπεια;  Γιατί κάποιοι πρέπει να αποτελούν μόνιμα τον ψηφοθηρικό στόχο της όποιας κυβέρνησης;


Είναι καιρός οι εργαζόμενοι να διεκδικήσουν μέτρα ουσιαστικά τα οποία θα αλλάζουν ριζικά και θα βελτιώνουν τις συνθήκες της ζωής τους.  Μέτρα με μακροπρόθεσμο προσανατολισμό και στόχευση.  Είναι πάρα πολλοί οι τομείς και τα μέτρα που θα πρέπει το εργατικό κίνημα να διεκδικήσει και να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να σκύψουν με σοβαρότητα στα λαϊκά προβλήματα.  Σήμερα θα ασχοληθούμε μ’ ένα απ’ αυτά: το θέμα της άδειας μητρότητας.  Σήμερα η άδεια μητρότητας είναι ανεπαρκέστατη, περίπου 4,5 μήνες, και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει σοβαρά της ανάγκες της οικογένειας.

Όλες οι έρευνες που ασχολούνται με τα θέματα της βρεφικής ηλικίας δείχνουν τη σημασία που έχει για το παιδί, στα πρώτα του χρόνια, να μεγαλώσει σ’ ένα φροντισμένο, οικογενειακό περιβάλλον, να περάσει όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο με τους γονείς του.  Είναι πολύ σημαντικό στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του παιδιού να δεχτεί τη φροντίδα της οικογένειας σε περιβάλλον που θα έχει τη στήριξη της πολιτείας.  Η πρόωρη διακοπή αυτής της σχέσης οικογένειας και παιδιού έχει αρνητικές συνέπειες στην παραπέρα ανάπτυξη του παιδιού.  Τα οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα που δημιουργούνται στη συνέχεια «κτυπούν το καμπανάκι» για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν άμεσα.  Και ενώ ειδικοί και «ειδικοί», αξιωματούχοι και «αξιωματούχοι», υπεύθυνοι και «υπεύθυνοι», κάθε τόσο επικαλούνται όλες αυτές τις έρευνες και τα στοιχεία τους, η απραξία τους είναι μνημειώδης.


Δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρες όπου αντιμετώπισαν με σοβαρότητα και ευαισθησία τέτοια θέματα, αλλά και το εργατικό κίνημα ήταν δυνατό και διεκδικητικό, είχε αποσπάσει σοβαρές κατακτήσεις στον τομέα της προστασίας της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας.  Σήμερα που το εργατικό κίνημα δέχεται αλλεπάλληλα κτυπήματα και αμφισβήτηση δικαιωμάτων, πολλές κατακτήσεις βρίσκονται στο στόχαστρο και με τη βοήθεια συμβιβασμένων ηγεσιών η κατάσταση χειροτερεύει.  Όμως ακόμα και σήμερα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η κατάσταση είναι ασύγκριτα καλύτερη από την Κύπρο.  Η ελλιπής άδεια μητρότητας, η ανεπαρκής απλήρωτη γονική άδεια, η έλλειψη δωρεάν κρατικών κέντρων παιδικής φροντίδας και η απουσία ουσιαστικών μέτρων στήριξης της οικογενειακής ζωής, συνιστούν ένα πλέγμα που συνθλίβει τις οικογένειες των εργαζομένων.  Στη σημερινή εποχή θα δεδομένα της κοινωνικής ζωής έχουν αλλάξει ριζικά.  Η εκτεταμένη οικογένεια του χωριού μετατράπηκε σε πυρηνική οικογένεια της πόλης.  Πολύ λίγες οικογένειες μπορούν να έχουν τη βοήθεια και τη στήριξη των παππούδων και των γιαγιάδων.  Η πολιτεία μας χωρίς στοιχειώδεις υποδομές αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που αναφύονται, με προγραμματισμό και σοβαρότητα.  Μοιάζει να παρακολουθεί αδρανής, χωρίς διάθεση για άμεση δράση.

Είναι καιρός αυτοί που εμπλέκονται στη φροντίδα και τη στήριξη των παιδιών να οργανωθούν και δράσουν ώστε να «ξυπνήσουν» την πολιτεία από το λήθαργό της.  Οι γυναικείες οργανώσεις, οι Σύνδεσμοι γονέων, η οργάνωση των δασκάλων (ΠΟΕΔ), η Επίτροπος για τα δικαιώματα του παιδιού, κ.ά. να σταματήσουν να αναλώνουν το χρόνο τους σε ανούσιες δράσεις, λεκτικούς βερμπαλισμούς και επετειακές λεκτικές «κορώνες».  Να απαιτήσουν άμεσα την καθιέρωση τουλάχιστον ενός χρόνου άδεια μητρότητας και φροντίδας του παιδιού, με πλήρεις απολαβές.  Τέτοια μέτρα μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά και να ανακουφίσουν αποτελεσματικά την εργατική οικογένεια.  Τα βραχυπρόθεσμα οφέλη για την οικογένεια αλλά και τα μακροπρόθεσμα κοινωνικά οφέλη τα οποία θα προκύψουν, είναι σημαντικά και δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από το όποιο πρόσκαιρο οικονομικό κόστος.  Είναι νομίζω η στιγμή που χρειάζεται να σκεφτούμε σοβαρά και να επενδύσουμε στο μέλλον της νέας γενιάς και της κοινωνίας μας.

Ενδιαφέρουσα σημείωση: Το παραπάνω άρθρο το πρωτοδημοσίευσα, το Φλεβάρη του 2010, στην τοπική εφημερίδα «Κακκαρίστρα», η οποία εκδιδόταν τότε στα Λατσιά.  Η κατάσταση, δυστυχώς, συνεχίζει να είναι το ίδιο τραγική και η αναγκαιότητα για διεκδίκηση το ίδιο επιτακτική.  Εύχομαι μετά από 6-7 χρόνια να μην ξαναλέμε τα ίδια ...


Μανόλης Σόβολος

Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου ( ... και γονιός)

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Διορισμός μελών Ε.Ε.Υ.: Πότε θα ασχοληθούμε με την ουσία;

Κάθε έξι χρόνια, αμέσως μετά το διορισμό των μελών της Ε.Ε.Υ., ακολουθούν πλήθος από δηλώσεις, ανακοινώσεις και  αρθρογραφία.  Πολλές φορές δεν λείπουν η σάτιρα, οι ειρωνείες, οι προσωπικές επιθέσεις, οι χαιρέκακες επισημάνσεις.  Η «παράδοση» τηρήθηκε και φέτος με θρησκευτική ευλάβεια. Διάβασα πλήθος από άρθρα για το θέμα.  Μου είπαν μάλιστα πως στα κοινωνικά δίκτυα έγινε επιπλέον «πανηγύρι» (προσωπικά δεν ασχολούμαι, καθώς προτιμώ τη νηφάλια και τεκμηριωμένη αρθρογραφία). 

Δεν θα εξετάσω εδώ αν οι συντάκτες των ανακοινώσεων, οι δημοσιογράφοι ή οι σχολιαστές των κοινωνικών δικτύων έχουν ή είχαν δίκιο όταν επικρίνουν ή επέκριναν τις επιλογές του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας.  Και ο λόγος είναι απλός:  Υποστηρίζω, και θα προσπαθήσω να τεκμηριώσω παρακάτω, ότι δεν έχει καμιά σημασία η επιλογή των προσώπων στην ποιότητα της εκπαίδευσης, όταν αφήνεται στο απυρόβλητο το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας του ίδιου του θεσμού της Ε.Ε.Υ.  Όταν το πλαίσιο λειτουργίας του θεσμού παρέχει τη δυνατότητα διακριτικής ευχέρειας σε βαθμό που οι αποφάσεις της επιτροπής να οδηγούνται στα δικαστήρια με υπερβολική συχνότητα, τότε «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας ...». Μπορεί για κάποιους να είναι αρκετή η εκτόνωση στα κοινωνικά δίκτυα, κάθε έξι χρόνια.  Δεν είναι αρκετή όμως για όσους πονούν και αγωνίζονται για πραγματική αλλαγή και ποιοτική εκπαίδευση και παιδεία.

Σε προσωπικό επίπεδο επίσης, έχω καταθέσει κατά καιρούς, σε όλες τις Επιτροπές, εισηγήσεις, προτάσεις, ενστάσεις, ιδέες, γραπτά, τεκμηριωμένα, ιεραρχικά και αρμοδίως.  Κατέληξαν όλα στον «κάλαθο των αχρήστων».  Δεν ήταν λοιπόν θέμα προσώπων, τουλάχιστον όχι μόνο προσώπων, αλλά ήταν κυρίως θέμα πλαισίου λειτουργίας του θεσμού.

Από τη συντριπτική πλειοψηφία όλων αυτών των δημόσιων τοποθετήσεων απουσίαζε η συζήτηση για την ουσία του θέματος (Αυτό συμβαίνει, δυστυχώς, με τα περισσότερα εκπαιδευτικά ή κοινωνικά θέματα).  Δίνεται μεγάλη σημασία στα πρόσωπα και αποσιωπάται εντελώς ο ρόλος και το πλαίσιο λειτουργίας του θεσμού.  Απουσιάζει το βασικό ερώτημα (και άλλα απορρέοντα ερωτήματα τα οποία θα θέσουμε παρακάτω): ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΗΣ Ε.Ε.Υ. ή έστω ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΗΝ Ε.Ε.Υ.;

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά:  Μια από τις βασικές αρμοδιότητες της Ε.Ε.Υ. είναι οι μεταθέσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού.  Η σημερινή κατάσταση, μεταφορικά, μπορεί να περιγραφεί ως εξής:  ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ η Ε.Ε.Υ. «πιάνει μια κουτάλα και ανακατεύει» 12000 περίπου εκπαιδευτικούς Δημοτικής, Μέσης και Τεχνικής Εκπαίδευσης, για να βρεθούν στα νέα τους σχολεία.  Υπάρχουν βέβαια κάποιοι ασαφείς κανονισμοί που «πίνουν νερό», έχουν «τρύπες και παράθυρα» και πολλοί εκπαιδευτικοί και ειδικοί και «ειδικοί» λόγοι.  Πολλές σχολικές χρονιές πάνω από τους μισούς εκπαιδευτικούς δεν υπηρετούν στο σχολείο που βρίσκονταν την προηγούμενη χρονιά (σε συνδυασμό και με τις μετακινήσεις – τοποθετήσεις, που είναι αρμοδιότητα των Επαρχιακών Γραφείων Παιδείας). Υπάρχει κανένας που μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι αυτή η «μετοικεσία» των εκπαιδευτικών ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ αποτελεί εργαλείο για ποιοτική εκπαίδευση;  Υπάρχει κανένας που μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι αν αλλάξουμε τα πρόσωπα της Ε.Ε.Υ., αφήνοντας το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο, θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα;  Έχει καμιά σημασία για την ποιότητα της εκπαίδευσης αν ο Γιαννής είναι στο Α’ σχολείο και ο Κωστής στο Β’ ή αν θα γίνει αντίστροφα; 

Όπως αποδεικνύει η εμπειρία δεκαετιών η αλλαγή των μελών της Ε.Ε.Υ. σε τίποτα δεν άλλαξε την κατάσταση στον τομέα αυτό προς την ποιότητα της εκπαίδευσης.  Μπορεί κάποιοι να αισθάνονται ή πράγματι να κατάφεραν να αξιοποιήσουν τις προσωπικές τους γνωριμίες και η Μαρουλού να βρέθηκε στο Γ’ σχολείο και η Ροδού στο Δ’ σχολείο αντί να γίνει αντίστροφα.  Αυτό όμως δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην ποιότητα της εκπαίδευσης.  Μόνο παράπονα, πικρίες, αδικίες, «αδικίες», υποσχέσεις, «υποσχέσεις», καταστάσεις ρεβανσισμού και άλλα παρόμοια.  Αν πιστεύουμε ή υποψιαζόμαστε, για χρόνια,  ότι το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα στα όποια μέλη της Ε.Ε.Υ. να δημιουργούν πελατειακές σχέσεις, να εξυπηρετούν προσωπικές και κομματικές ατζέντες, η λογική λέει ότι πρέπει να τροποποιήσουμε το πλαίσιο και όχι να ανακυκλώνουμε μόνο τα πρόσωπα.  

Είμαστε το μόνο κράτος στην Ευρώπη που δεν υπάρχει σταθερό προσωπικό στα σχολεία.  Αυτή η «μετοικεσία» των εκπαιδευτικών ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ από μόνη της αποτελεί σημαντικότατο λόγο για καταστροφική υπονόμευση κάθε καλοπροαίρετης προσπάθειας στα σχολεία.  Εκείνο που χρειάζεται λοιπόν να γίνει είναι η σταθερότητα του προσωπικού στα σχολεία.  Οι μεταθέσεις θα είναι ελάχιστες κάθε χρόνο, μόνο μετά από αίτηση του εκπαιδευτικού, σε σχολεία που θα δημιουργείται κενή θέση (αφυπηρέτηση, μακροχρόνια άδεια, εκπαιδευτική άδεια και άλλη μακροχρόνια απουσία), με πλήρως μετρήσιμα και αντικειμενικά κριτήρια.  Έτσι τα μέλη της Ε.Ε.Υ., ακόμη και αν το επιδιώξουν, δεν θα μπορούν να καλλιεργούν πελατειακές σχέσεις, ρουσφέτια και άλλες επιλήψιμες καταστάσεις.

Μια άλλη σημαντική αρμοδιότητα της Ε.Ε.Υ. είναι οι προαγωγές του εκπαιδευτικού προσωπικού.  Η κατάσταση σήμερα είναι περίπου η εξής:  Ενώπιον της Επιτροπής προσέρχεται για συνέντευξη τριπλάσιος αριθμός υποψηφίων από τις προσφερόμενες θέσεις προαγωγής.  Συνήθως οι περισσότεροι έχουν την ίδια βαθμολογία και ελάχιστες διαφορές σε χρόνια υπηρεσίας και μεταπτυχιακά προσόντα.  Έτσι στον κατάλογο των προαξίμων, που έχει μπροστά της η Επιτροπή, ελάχιστα διαφέρουν οι εκπαιδευτικοί.  Άρα είναι αποφασιστική η βαθμολογία που θα βάλει η Επιτροπή στη συνέντευξη.  Αν η Επιτροπή «ακολουθήσει» τη σειρά του καταλόγου, συνήθως τα παράπονα είναι λιγότερα.  Αν η Επιτροπή αποφασίσει να προαγάγει και κάποιους που βρίσκονται λίγο χαμηλότερα στη σειρά του καταλόγου, τότε τα παράπονα αυξάνονται από όσους αδικούνται ή αισθάνονται ότι «αδικούνται» επειδή υπερτερούσαν σε αρχαιότητα ή μεταπτυχιακά προσόντα.  Εδώ συνήθως αρχίζουν τα «χαράς ευαγγέλια» για τους δικηγόρους και τα δικαστήρια.  Ενστάσεις, προσφυγές, ακυρώσεις προαγωγών, επαναπροαγωγές και ξανά προσφυγές και όλα τα «... ωραία και μοναδικά της Αγίας νήσου Κύπρου».   Υπάρχει κανένας που μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι όλα αυτά προσφέρουν τίποτα στην ποιότητα της εκπαίδευσης;  Έχει καμιά σημασία για την ποιότητα της εκπαίδευσης αν ο Γιαννής προαχθεί φέτος και ο Κωστής την επόμενη χρονιά ή αν θα γίνει αντίστροφα;  Αφού στην πράξη η Επιτροπή δεν μπορεί να μην προάγει δια βίου κάποιον που είναι ψηλά στον κατάλογο, μόνο να τον καθυστερήσει λίγο.  Γιατί λοιπόν να υπάρχει αυτή η υπέρμετρη διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή, η οποία δημιουργεί στην κοινωνία πεποιθήσεις ή υποψίες για αλλότρια κίνητρα;

Η κοινωνία των εκπαιδευτικών, και όχι μόνο, παραπονιέται συχνά στα «πηγαδάκια» ότι δεν προάγονται οι άξιοι και όσοι προάγονται δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι για την ανάληψη των καθηκόντων τους, παρά την αρχαιότητα ή τα μεταπτυχιακά τους προσόντα.  Η πολιτεία πρώτα προάγει τους εκπαιδευτικούς και μετά (!!!) προσπαθεί να τους επιμορφώσει, σε ένα ανεπαρκές πρόγραμμα σεμιναρίων.  Ας «τραβήξουμε» για λίγο τα πράγματα στα άκρα για να συνειδητοποιήσουμε τι ζούμε και τι θα έπρεπε να επιδιώξουμε.  Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι οι υποψήφιοι στον κατάλογο είναι κατά 90% ανεπαρκείς.  Όποιους και να προάγει η Επιτροπή, στην πορεία λίγων ετών, θα είναι ακριβώς οι ίδιοι.  Ανεπαρκείς και ανέτοιμοι και το όποιο «ανακάτεμα» από την Επιτροπή το μόνο που θα αποφέρει θα είναι κέρδη στους δικηγόρους, όχι ποιότητα στην εκπαίδευση.  Αν όμως η πολιτεία είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα κατάλογο με 90% επαρκείς υποψηφίους, τότε οποιοδήποτε «ανακάτεμα» της Επιτροπής θα επέφερε ποιότητα στην εκπαίδευση.  Η πολιτεία οφείλει να επιμορφώσει από πριν όσους έχουν την πρόθεση να διεκδικήσουν προαγωγή σε διευθυντικές θέσεις.  Δεν θα «ανακαλύψουμε και εδώ την ταχινόπιτα».  Υπάρχουν εμπειρίες από άλλες χώρες με απαιτητικά, συνήθως διετή προγράμματα, με έντονη και συνεχή πρακτική εξάσκηση, τα οποία μπορούν να εξασφαλίσουν, σε μεγάλο βαθμό, ότι υποψήφιοι θα είναι όσοι πραγματικά επιθυμούν και μπορούν να αναλάβουν τέτοια καθήκοντα.

Έτσι άνετα μπορεί να αφαιρεθεί από την Ε.Ε.Υ. και αυτή η αρμοδιότητα ή μέρος της, προκηρύσσοντας τις θέσεις κατά σχολείο όταν κενώνονται (σε συνδυασμό με τη σταθερότητα του προσωπικού που αναφέραμε πιο πάνω).  Υπάρχουν πολλές ιδέες και εισηγήσεις από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.  Δεν είναι σοφό να εισάγουμε αποσπασματικά κάποιες αλλαγές μόνο σε αυτούς τους τομείς.  Όλα λειτουργούν αλληλένδετα στην εκπαίδευση και χρειάζεται η προσαρμογή των αλλαγών στο δικό μας εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο.  Το κουτσομπολιό είναι εύκολο, οι προτάσεις, οι τεκμηριωμένες εισηγήσεις και οι αγώνες για τις ουσιαστικές αλλαγές είναι δύσκολα.  Εκείνο όμως που χρειάζεται πάνω από όλα και όλους είναι να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τρίχες και «τρίχες» και να αφιερώσουμε τις προσπάθειές μας στην ουσία.  Μπορούμε;

Μανόλης Σόβολος
Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου ( ... και γονιός)

Δημοσιεύτηκε και στο www.paideia-news.com
 

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση και υποστηρικτικές δομές


Η επιτυχία ή η αποτυχία κάθε μικρού ή μεγαλεπήβολου έργου πολλές φορές εξαρτάται από τις υποστηρικτικές δομές που υπήρχαν ή έλαβαν την πρόνοια οι υπεύθυνοι να δημιουργήσουν.  Δεν είναι λίγες οι φορές κατά τις οποίες πολύ καλά σχεδιασμένα έργα δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα ή αποτυγχάνουν λόγω της έλλειψης των αναγκαίων υποδομών για την εφαρμογή και την υλοποίησή τους.  Άλλοτε πάλι η πρόνοια της δημιουργίας των απαραίτητων υποδομών εξασφαλίζει επιτυχία σε μικρότερου βεληνεκούς ή σε έργα όχι και τόσο καλά σχεδιασμένα.

Έχουμε τη γνώμη ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις ισχύουν για πολλούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας.  Η εκπαιδευτική πραγματικότητα αποτελεί, επίσης, ένα τρανταχτό παράδειγμα που βρίσκουν εφαρμογή οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις.  Εδώ και αρκετό καιρό έχει ξεκινήσει η προσπάθεια για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και οι φιλοδοξίες, αλλά και οι προσδοκίες είναι πάρα πολύ μεγάλες.  Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τους ενδοιασμούς, τις αμφισβητήσεις, τις αμφιβολίες ή τις όποιες άλλες κριτικές για τη διαδικασία ή την ουσία του εγχειρήματος.  Είναι φυσικό όλη η κοινωνία να ενδιαφέρεται και να προσδοκεί βελτίωση της εκπαίδευσης.  Για δεκαετίες ολόκληρες δεν έχουν επέλθει σοβαρές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα.  Είναι αυτονόητο ότι χρειάζεται παρεμβάσεις που θα καταστήσουν την εκπαίδευση ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών και τις απαιτήσεις των επόμενων γενιών.

Η επιτυχία ή η αποτυχία (ή έστω η υστέρηση ως προς τις προσδοκίες) θα κριθεί και από την ύπαρξη ή τη δημιουργία των απαραίτητων υποστηρικτικών υποδομών.  Πρώτα απ’ όλα τις όποιες αλλαγές και εισηγήσεις θα κληθούν να τις εφαρμόσουν συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι εκπαιδευτικοί.  Είναι γεγονός πως η βασική εκπαίδευση δεν επαρκεί (δεν επαρκούσε ποτέ) για τη μακρόχρονη διδακτική πορεία.  Στα Πανεπιστήμια δεν υπάρχουν Παιδαγωγικές Σχολές όπου θα μορφώνονται οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων και θα αποκτούν, συγχρόνως, την απαραίτητη εξειδίκευση.  Η πολιτεία έχει απομείνει, εδώ και χρόνια, με τις πεπαλαιωμένες συνταγές των ημίμετρων, των Τμημάτων Επιστημών της Αγωγής, των διάσπαρτων τμημάτων διαφόρων ειδικοτήτων της μέσης εκπαίδευσης και του μερικού βολέματος ανέργων.  Η ουσιαστικού περιεχομένου, συνεχής και περιοδική επιμόρφωση είναι άγνωστη και αρκούμαστε στο προσωπικό κυνήγι μεταπτυχιακών παντός είδους για επιπρόσθετο προσόν προαγωγής.  Η πολιτεία έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, κάνει τα στραβά μάτια, και γεμίζουν τα ταμεία κυρίως ιδιωτικών πανεπιστημίων αλλά και «δημόσιων» ή «κρατικών».  Οι εκπαιδευτικές άδειες, με πλήρεις απολαβές, και οι διαφανείς διαδικασίες απουσιάζουν.  Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μια σοβαρή προσπάθεια και προετοιμασία για τη βελτίωση οποιουδήποτε εκπαιδευτικού συστήματος.

Το «νέο» ωρολόγιο πρόγραμμα θα συνεχίζει να βασανίζει παιδιά και δασκάλους με εξαντλητικά ωράρια, μικρά διαλείμματα και με μαθήματα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, γνωσιοκεντρικού χαρακτήρα.  Τα σχολεία τα τελευταία χρόνια έγιναν, με γεωμετρική πρόοδο, χώρος ένταξης πολλών αλλόγλωσσων παιδιών που χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα και υποδομές.  Δεύτερος δάσκαλος στην Α’ τάξη, τουλάχιστον, και δραστική μείωση του αριθμού των παιδιών στην κάθε τάξη θα ήταν μια πρώτη λογική κίνηση που θα μπορούσε να αμβλύνει τις δυσκολίες.  Τα σχολεία θα συνεχίσουν να υποφέρουν από την έλλειψη σταθερότητας προσωπικού και έγκαιρης στελέχωσης.  Κάθε Σεπτέμβρη θυμίζουν κέντρα διερχομένων δασκάλων.  Δεν έχουμε δει κανένα μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση. 

Οι οικογένειες, ιδιαίτερα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, μαστίζονται από σοβαρά κοινωνικά προβλήματα και δυσκολίες. (ανεπαρκής άδεια μητρότητας, έλλειψη δωρεάν κρατικών παιδικών σταθμών με τις απαραίτητες προδιαγραφές, άγνοια και δυσκολίες πρόσβασης στις όποιες υποστηρικτικές δομές, ελαστικά ωράρια, μισθολογική εκμετάλλευση κ.ά).  Τα παιδιά μέσα σε ένα τέτοιο ζοφερό περιβάλλον είναι τα θύματα της απουσίας οράματος για το ποια κοινωνία θέλουμε.  Συχνά τα θύματα της κοινωνικής απορρύθμισης, μέσα στο σχολικό χώρο, μετατρέπονται σε θύτες και το σχολείο τρέχει να κάνει τον πυροσβέστη στις συνεχείς παραβατικές αναζωπυρώσεις.  Ακόμα είναι ζητούμενο η επαρκής στελέχωση όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, η επιβεβλημένη συνεργασία τους, η προληπτική δράση τους, ο ξεκάθαρος ρόλος και ευθύνες τους, η άμεση και γρήγορη διεκπεραίωση υποθέσεων, η ουσιαστική στήριξη και βοήθεια της οικογένειας και του σχολείου.

Δεν υποστηρίζουμε ότι δεν πρέπει να γίνει τίποτε μέχρι να υλοποιηθούν μέτρα όπως αυτά που εισηγηθήκαμε πιο πάνω.  Επισημαίνουμε, για άλλη μια φορά, ότι τα αποτελέσματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης επηρεάζονται και από πολλές άλλες παραμέτρους που οι υπεύθυνοι οφείλουν να προνοούν και να μεριμνούν για την έγκαιρη προετοιμασία.

Μανόλης Σόβολος

Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου ( ... και γονιός)

 Δημοσιεύτηκε και στο www.paideia-news.com